Η μεγάλη Παναγία μέσα στο χρόνο, Μαρία Σεργάκη

Η μεγάλη Παναγία μέσα στο χρόνο
Αρχικό σχέδιο του Μητροπολιτικού Ναού, από τον αρχιτέκτονα Ηρακλείου Κων/νου Τσαντηράκη, το 1889 (τροποποιήθηκε)

Ο Μητροπολιτικός ναός της Μεγάλης Παναγίας αποτελεί σημείο αναφοράς για την πόλη μας αλλά και την ευρύτερη περιοχή.  Από τον εγκαινιασμό του το 1927, έχει αποτελέσει  τόπο παγκρήτιου προσκυνήματος, καθώς η φήμη του έχει απλωθεί σε όλη την Κρήτη και ταξιδεύει μακριά από αυτή.

Η εισήγησή μου επιχειρεί να δώσει απαντήσεις σε μία σειρά από ερωτήματα που κατά καιρούς έχουν εγερθεί σχετικά με τη Μ. Παναγία, όπως:

  • Ποια ήταν η πρώτη θρησκευτική και λειτουργική υπόσταση της Μ. Παναγίας;
  • Από πότε καταμαρτυρείται η ύπαρξή της;
  • Ποια η σχέση του Καινούργιου Χωριού, της σημερινής δηλ. Νεάπολης, με τη Μ. Παναγία;
  • Ήταν η Φερμαλίνα ο πρώτος ναός ο αφιερωμένος στη Μ. Παναγία;
  • Από πού προέρχεται το όνομα της Μ. Παναγίας;

Με βάση τα ιστορικά στοιχεία μπορούμε να προσδιορίσουμε τις ιστορικές περιόδους ως προς την δυνατότητα ίδρυσης ή ανακαίνισης των Μονών στην Κρήτη. Αυτές είναι :

α) Η Α’ Βυζαντινή περίοδος από την  αναστήλωση των εικόνων το 743 μέχρι την αρχή της αραβοκρατίας το 823 β) Η Β’ Βυζαντινή Περίοδος από το 961 έως το 1204 , γ) Η ύστερη ενετική περίοδος από το 1506 έως το 1645 και δ) Η ύστερη οθωμανική περίοδος από το   1856 έως το 1898.

Μελετώντας και συσχετίζοντας τα διαθέσιμα ιστορικά στοιχεία, οδηγήθηκα στο συμπέρασμα πως στο βάθος του χρόνου η Μ. Παναγία, που αποτελεί σύμβολο κοινωνικής ενότητας και πυρήνα της κοινωνικής μας ζωής, δεν υπήρξε απλώς  ένας Ναός.

Η Μ. Παναγία ήταν Ιερά Μονή αφιερωμένη στη Θεοτόκο. Επί αιώνες βρισκόταν στον χώρο που σήμερα υψώνεται ο Μητροπολιτικός Ναός και τα παρακείμενα εκκλησιαστικά κτήρια. Ως μονή έφερε το όνομα Ιερά Μονή Μεγάλης Παναγίας.  Η ύπαρξή της συνδέεται άρρηκτα με την ίδρυση και την ίδια την ύπαρξη του Καινούργιου Χωριού των Καρών, δηλαδή με την ίδια την πόλη μας.

Ανατρέχοντας σε Πατριαρχικούς Κώδικες του Οικουμενικού Πατριαρχείου και του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, βρίσκουμε τις παρακάτω  διαφωτιστικές πληροφορίες, από τις οποίες διαπιστώνεται ότι γύρω στο 1700 και το ίδιο το Καινούργιο Χωριό των Καρών ήταν σταυροπηγιακό, και αποτελούσε εξάρτημα της Ι.Μ. της Μ. Παναγίας.

Αναλυτικότερα: Στους κώδικες αυτούς εντοπίζουμε μία σειρά εγγράφων που αφορούν το χωριό Καινούργιο ή Νέο, το οποίο αρχικά βρισκόταν στη δικαιοδοσία της μονής Μ. Παναγίας, που ήταν σταυροπηγιακή.  Αλλά στις 2 Αυγούστου του 1713 ο Πατριάρχης ΚΥΡΙΛΛΟΣ Δ’ εξέδωσε δύο πράξεις, με τις οποίες αφενός προσάρτησε  τη μονή Μεγάλης Παναγίας στην Επισκοπή Πέτρας,  αφετέρου αφαίρεσε  από τη δικαιοδοσία της Μονής το Καινούργιο χωριό, το οποίο μετατρέπεται από σταυροπηγιακό σε ενοριακό.

Διατρέχοντας τους Πατριαρχικούς Κώδικες σε όλη τη διάρκεια του 18ου αιώνα, παρατηρούμε πως διαδοχικά το Καινούριο Χωρίο μεταπίπτει  από σταυροπηγιακό σε ενοριακό και το αντίστροφο. Τις περιπέτειες του Καινούργιου Χωριού δεν ακολούθησε η Μονή της Μεγάλης Παναγίας που παρέμεινε στη δικαιοδοσία της Επισκοπής Πέτρας σε όλη τη διάρκεια του 18ου αιώνα.

Δεν γνωρίζω πότε πρώτο-χρησιμοποιήθηκε για τον οικισμό το όνομα Καινούργιο Χωριό των Καρών. Το παλαιότερο λατινικό έγγραφο που έχω εντοπίσει και που αναφέρεται σε αυτό, φέρει χρονολογία 1502, και αφορά το διορισμό από τις λατινικές εκκλησιαστικές αρχές του Εμμανουήλ Κονταρή, ορθοδόξου πρωτόπαπα του Καινούργιου Χωρίου του κειμένου στις Καρές,  περιοχή του Castri  Mirabeli. Επομένως, ο οικισμός ήταν σημαντικός ήδη κατά τον 15ο αιώνα.

Σύμφωνα με την απογραφή του Ενετού λογιστή Πέτρου Καστροφύλακα  το 1583, έχει πληθυσμό 1272 κατοίκους και είναι ο μεγαλύτερος οικισμός της καστελανίας του Μεραμπέλλου.

Όσον αφορά τη Μονή της Μ. Παναγίας, αυτή προϋπήρξε της τουρκικής κατοχής  του 1645, όπως απορρέει από τα προαναφερθέντα ιστορικά στοιχεία. Γνωρίζουμε, εξάλλου, πως τα περισσότερα Μοναστήρια του Μεραμπέλλου ιδρύθηκαν κατά την τελευταία περίοδο της Ενετοκρατίας 1550-1650, όπως η Μονή Αρετίου, που ιδρύθηκε γύρω στο 1600.

Το 1633 ο Conte Nicola Gualdo στην λεπτομερή έκθεσή του προς τον γενικό Προβλεπτή Κρήτης Lorenzo Contarini, περιγράφει το δίκτυο των σκοπιών της ενετικής διοίκησης που περιλαμβάνονταν στα  μέτρα φρούρησης των κρητικών ακτών κατά τα ύστερα χρόνια της ενετικής κατοχής, για την αποτροπή του τουρκικού κινδύνου. Μεταξύ αυτών, στην επικράτεια της καστελανίας Μεραμπέλλου αναφέρει τη σκοπιά 86 που βρισκόταν στην Παναγία των Καρών, ναό του Καινούργιου Χωριού. Από τη θέση του ναού η βίγλα μπορούσε να επικοινωνήσει με σήματα συναγερμού, με την προηγούμενη βίγλα που βρισκόταν στην Κεφάλα του Χουμεριάκου και την επόμενη βίγλα Μοργέλλα, στην κορυφή του υψώματος πάνω από τον Αγ. Γεώργιο το Βραχασώτη.

Πράγματι, η θέση της Μεγάλης Παναγίας είναι περίοπτη, και από στρατηγικής θέσεως σημαντική. Βρίσκεται,  στο φρύδι του αυχένα που ενώνει τα όρη Καβαλαράς και Τιμίου Σταυρού,  στο κέντρο της κοιλάδας των Καρών ή Σκάφης του Μεραμπέλλου όπως την ονομάζουμε σήμερα, η οποία εκτείνεται εκατέρωθεν της Μ. Παναγίας πάνω στον άξονα Α-Δ και σε δύο επίπεδα, μεταξύ των οποίων υπάρχει σημαντική υψομετρική διαφορά. Είναι λοιπόν βέβαιο,  ότι σε αυτό το σημείο υπήρχε Ναός αφιερωμένος στη Μ. Παναγία κατά την ύστερη Ενετική περίοδο. Για την ώρα,  παραμένει αναπάντητο το ερώτημα,  αν υπήρχε και προ της ενετοκρατίας, δηλαδή κατά την Β’ Βυζαντινή περίοδο.

Η μεγάλη Παναγία – Φερμαλίνα

Είναι όμως γνωστό από την τοπική μας παράδοση πως στις αρχές του 19ου αιώνα, το παλαιό Μοναστηριακό συγκρότημα της Μ. Παναγίας, συμπεριλαμβανομένου και του ναού του αφιερωμένου στην Θεοτόκο, ηλικίας αιώνων, μεταβλήθηκε σε ερείπια.

 Τότε οι κάτοικοι του Καινούργιου Χωριού αποφάσισαν να ζητήσουν από την Πύλη άδεια για την ανοικοδόμηση του μοναστηριού, και εξέλεξαν επιτροπές τις οποίες απέστειλαν στην Κων/πολη για τον σκοπό αυτό. Οι δύο πρώτες επιτροπές απέτυχαν στην αποστολή τους. Η τρίτη τριμελής επιτροπή, αποτελούμενη από τους Π’ Μιχαήλ Σέργιο, Π’ Γεώργιο Τσαμπαρλή και τον Χ’ Γιαννιά Χατζαρά, γνώστη της τουρκικής, ταξίδεψε στην Κων/πολη το 1818-19. Με σοβαρό κίνδυνο της ζωής τους οι τρεις απεσταλμένοι κατόρθωσαν να επιτύχουν τη με περιοριστικούς όρους έκδοση του Σουλτανικού διατάγματος (φιρμάν), που επέτρεπε την ανακατασκευή του Καθολικού της Μονής, το οποίο αφιερώθηκε στην Κοίμηση της Θεοτόκου.

Ο ναός αυτός οικοδομήθηκε το 1819 σε 40 ημέρες, όπως όριζε το σουλτανικό διάταγμα,  με τη συμβολή όλων των κατοίκων της περιοχής, στο χώρο στον οποίο υπήρχε ερειπωμένος ο πρώτος μοναστηριακός ναός. Τα εγκαίνια τελέστηκαν από τον εθνομάρτυρα Επίσκοπο Πέτρας Ιωακείμ Κλώντζα.

 Είναι λοιπόν ο δεύτερος κατά σειρά ναός αφιερωμένος στη Μ. Παναγία και δεν είναι άλλος από τη γνωστή μας Μ. Παναγία – Φερμαλίνα, μία τρίκλιτη Βασιλική, την οποία  οι συντοπίτες μας προίκισαν με μεγάλη κτηματική περιουσία.

Είναι επίσης γνωστό πως ο περιβάλλων χώρος της Μ. Παναγίας ήταν ο κυρίως ταφικός χώρος του Καινούργιου χωριού πριν και μετά την οικοδόμηση της Φερμαλίνας. Το γεγονός αυτό ενισχύει τη θέση όσον αφορά την ύπαρξη και λειτουργία του ομώνυμου μοναστηριού, καθώς και την εξάρτηση  του Καινούργιου Χωριού από αυτό.

Ο Μητροπολιτικός Ναός της Μ. Παναγίας

Από σωζόμενο πρακτικό του έτους 1883 της Δημογεροντίας Νεαπόλεως, πληροφορούμαστε πως η Μ. Παναγία – Φερμαλίνα θεωρήθηκε ετοιμόρροπη και οι κάτοικοι της Νεάπολης,  με πρωτοβουλία και υπό την προεδρία του Επισκόπου Πέτρας Μελετίου Χλαπουτάκη αποφάσισαν την ανοικοδόμηση νέου ναού. Λόγω της ασθένειας του Επισκόπου Μελετίου,   η οποία τον καθήλωσε στο κρεβάτι για διάστημα μεγαλύτερο του έτους,  έως την εκδημία του τον Αύγουστο του 1889, Πρόεδρος της επιτροπής για την ανοικοδόμηση του ναού ανέλαβε τον Φεβρουάριο του 1888 ο τότε Οθωμανός Διοικητής Λασιθίου Κων/νος Αξελός.

Η  θεμελίωση του νέου ναού έγινε το 1889 από τον πρωτοπρεσβύτερο Π’ Γεώργιο Σέργιο, ο οποίος ασκούσε χρέη προεδρεύοντος της Χ.Δ.Λ. και αρχιερατικού επιτρόπου της Επισκοπής Πέτρας, στο διάστημα μέχρι την ενθρόνιση του Επισκόπου Πέτρας Τίτου Ζωγραφίδη, τον Δεκέμβριο του 1889. Πρόκειται για τον σημερινό Μητροπολιτικό Ναό, τρίτο κατά σειρά,  όπως μαρτυρούν τα υπάρχοντα μέχρι στιγμής στοιχεία,  ομώνυμο Ναό που είναι αφιερωμένος στη Θεοτόκο και  υψώνεται στον ίδιο χώρο.

Το έργο ήταν κολοσσιαίο, οι δαπάνες προβλέπονταν τεράστιες και οι οικονομικές συνθήκες, μετά την ψευδοεπανάσταση του 1889 και τις συνακόλουθες πολιτικές ακρότητες και κοινωνικές ανωμαλίες που επικράτησαν την επόμενη δεκαετία, δυσμενέστατες.

Το οικοδομικό μέρος του ναού αποπερατώθηκε μόλις το 1916, με πόρους προερχόμενους από δωρεές των κατοίκων της περιοχής, την εκποίηση ενοριακών κτημάτων και από εράνους.

Η τελευταία περίοδος ανέγερσης του ναού άρχισε το 1923, με την εκλογή του Διονυσίου Μαραγκουδάκη ως Επισκόπου Πέτρας.Το Μάρτιο του 1924 η Ενοριακή επιτροπή, με τη φωτισμένη πρωτοβουλία και υπό την Προεδρεία του Επισκόπου Διονυσίου, έλαβε την απόφαση ότι ήταν αναγκαίο να συνεχιστεί και να ολοκληρωθεί το ημιτελές έργο.

Σε τριάμισι μόλις χρόνια προσπαθειών, αγώνων και μόχθων σύσσωμου του λαού του Μεραμπέλλου το έργο, αποπερατώθηκε και εγκαινιάστηκε στις 25 Σεπτεμβρίου 1927 με μεγαλοπρέπεια και με κοσμοσυρροή άνευ προηγουμένου.

Παράλληλα, αποφασίστηκε ως  αναγκαίο να προηγηθεί των εγκαινίων η κατεδάφιση του κεντρικού και νοτίου κλίτους της παλαιάς Μ. Παναγίας- Φερμαλίνας.

Ο Επίσκοπος Πέτρας Διονύσιος απεβίωσε το 1953 και ενταφιάστηκε ανατολικά του Ιερού στον περίβολο της Μ. Παναγίας.

Ο τραυματισμός που δέχτηκε ο Ναός κατά τους βομβαρδισμούς κατά τη Μάχη της Κρήτης το Μάιο του 1941, σε συνδυασμό με τους σεισμούς, τη διάβρωση του εδάφους,  το σοβαρό τεχνικό πρόβλημα που είχε δημιουργηθεί λόγω της τροποποίησης της πρόσοψης του ναού κατά την κατασκευή του, αλλά και τη φυσιολογική φθορά του χρόνου,  οδήγησαν τον Επίσκοπο Πέτρας Κυρό Δημήτριο Μπουρλάκη, αμέσως μετά την ανάρρηση του  το 1958, στην ανάληψη πρωτοβουλίας για  την εκτεταμένη επισκευή και υποστύλωση του οικοδομήματος.

Το  τελευταίο διασωζόμενο κλίτος της  Μ. Παναγίας – Φερμαλίνας κατεδαφίστηκε το 1963, κατά τη διάρκεια εργασιών για την υποστύλωση και επισκευή του μεγάλου ναού.  Κατά τη διάρκεια των εργασιών αυτών, ανοίχτηκε περιμετρικά του ναού αποστραγγιστική τάφρος μεγάλου βάθους, και  αποκαλύφτηκε αριθμός παλαιών τάφων, σημαντικού μεγέθους.

Όμως δεν υπήρξε καμία αρχαιολογική παρέμβαση και έρευνα για τον προσδιορισμό της παλαιότητας και της τυχόν ιστορικής αξίας και σημασίας τους. Ωστόσο, η ύπαρξη αυτών των τάφων στον περίβολο αλλά και εντός του ναού, ενισχύουν περαιτέρω την άποψη για την ύπαρξη του Μοναστηριού της Μ. Παναγίας.

Αυτό το χώρο επέλεξε,  ως τελευταία κατοικία,  και ο μακαριστός Μητροπολίτης Πέτρας και Χερρονήσου Νεκτάριος.

μεγάλη παναγία, όνομα

Ολοκληρώνοντας την εισήγησή μου θα αναφερθώ στην προέλευση του ονόματος «Μ. Παναγία».

Για τον Μητροπολιτικό μας Ναό, όταν θελήσει κάποιος να πληροφορηθεί γιατί ονομάζεται έτσι, λαμβάνει την στερεότυπη απάντηση ότι του έχει αποδοθεί το όνομα της Μεγάλης Παναγίας σε αντιδιαστολή με την προγενέστερη πολύ μικρότερη εκκλησία, την επονομαζόμενη Φερμαλίνα, που βρισκόταν σε απόσταση λίγων μέτρων από αυτόν, και ήταν επίσης αφιερωμένη στη Θεοτόκο,  όπως για παράδειγμα συμβαίνει στο Ηράκλειο με τις εκκλησίες του μικρού και του μεγάλου Αγ. Μηνά.

Όμως, το όνομα Μεγάλη Παναγία, όπως έχει ήδη αποδειχθεί,  δεν δόθηκε για να αντιδιαστείλει τις δύο αυτές εκκλησίες. Είναι όνομα κοινό και για τους τρεις ναούς τους αφιερωμένους στη  Θεοτόκο, που διαδοχικά ανυψώθηκαν στον  χώρο αυτό, και επιβεβαιώνει την αδιάλειπτη μέσα στο χρόνο παρουσία του ναού της Μ. Παναγίας στην πόλη μας.

Για  πρώτη φορά Μονή με το όνομα αυτό, της Μ. Παναγίας, ιδρύεται στην Ιερουσαλήμ το 500 μ. Χ. από τον Πατριάρχη Ηλία, για το Τάγμα των Σπουδαίων Μοναχών.

Κατά την επικρατέστερη εκδοχή ο πρώτος Ναός της Μ. Παναγίας της Νεαπόλεως πήρε το όνομά του από εικόνα, αντίγραφο εκείνης που φυλάσσεται μέχρι σήμερα στην ομώνυμη Μονή των Ιεροσολύμων και η οποία  αποδίδεται στον Ευαγγελιστή Λουκά.

Κλείνοντας την εισήγησή μου, σημειώνω πως επιχειρώ  με αυτή να  συμβάλω στην γνώση και την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας, όσον αφορά την ιστορία, τη θέση και το σημαντικό ρόλο που διαδραματίζει εδώ και αιώνες η Μ. Παναγία στον τόπο μας.

Νεάπολη 13-8-2016

Μαρία Γ. Σεργάκη

m.g.sergaki@hotmail.com

Print Friendly