Θαλασσινό σεργιάνι με τον Παπαδιαμάντη στα έργα του
…για να μεταφέρει την έλξη που υπάρχει ανάμεσα στον άντρα και τη γυναίκα, την συμβολίζει με την έλξη που υπάρχει ανάμεσα στο θαλάσσιο κύμα και στην αμμουδιά….

Του Πρωτοπρεσβ. του Οικουμεν. Θρόνου, Ευαγγέλου Παχυγιαννάκη

Ο Παπαδιαμάντης γεννημένος στη Σκιάθο, ένα μικρό νησί ριγμένο στην αγκαλιά της θάλασσας, σκεπασμένο από τον ίσκιο του αγιώνυμου Όρους,  μεγάλωσε με το νανούρισμα και τον ρόγχο των κυμάτων της και είχε συνδεθεί μαζί της και στις μπουνάτσες και στις φουρτούνες της. 

Αυτή η θάλασσα, συνεπώς, η μαγεύτρα και πλανεύτρα ξωθιά, δεν θα μπορούσε να λείπει από το έργο του Παπαδιαμάντη. Είναι η κυρίαρχη παρουσία στο μεγαλύτερο μέρος του έργου του φυσιολατρικού, κοινωνικού και ψυχογραφικού πολλών εκ των προσώπων, που παίζουν σημαντικό και πρωταγωνιστικό ρόλο στα έργα του. Κι αυτό είναι φυσικό αφού η εικόνα της θάλασσας ήταν καθημερινά μπροστά του και οι άνθρωποι με τους οποίους συνευρισκότανε ήταν θαλασσινοί. Ως φυσιολάτρης που ήταν, έγραψε πολύ για τη φύση την οποία θαύμαζε και λάτρευε, τα βουνά, τα δέντρα, τα λουλούδια και τη θάλασσα.

Μέσ’ τον αφρό της θάλασσα γεννήθηκε.  Ζυμώθηκε με την αρμύρα της και μεγάλωσε με θαλασσινές ιστορίες κι έζησε τις πρώτες εμπειρίες της ζωής με παρέες των παιδικών του χρόνων στα ακρογιάλια του νησιού του κι αφουγκράζονταν τους αναστεναγμούς των χαροκαμένων της θαλασσοπνίχτρας θάλασσας. Έτσι η θάλασσα έγινε η κυρίαρχη παρουσία στο μεγαλύτερο μέρος του έργου του.  

Εκτός από τον Τέλλο Άγρα, τον Σκουβαρά, τον Σπανδωνή, τον Λορεντζάτο κ. π. ά., θα παραθέσουμε την γνώμη του Κώστα Βάρναλη που γράφει χαρακτηριστικά: «Στο πλούσιο έργο του Παπαδιαμάντη η θάλασσα, γαλήνια ή μανιασμένη, απεικονίζεται με τις σπάνιες λέξεις, που μόνον εκείνος γνώριζε ότι θ’ απέδιδαν όλους τους μετασχηματισμούς της μορφής και του βάθους της».

Θα ξεκινήσουμε το πνευματικό μας σεργιάνι με ένα από τα πιο γνωστά και όμορφα διηγήματα του Παπαδιαμάντη: είναι το “Όνειρο στο κύμα”. Στο διήγημά του αυτό, ο ήρωας είναι ένας απλός νησιώτης βοσκός, που ερωτεύεται την γειτονοπούλα του. Ο Παπαδιαμάντης δίνει μια ερωτική διάσταση την θάλασσα, η οποία ήταν και ο τόπος συνάντησης των δυο ηρώων. Ο αφηγητής περιγράφει ένα απόγευμα, που ο βοσκός έβγαλε το κοπάδι του για βοσκή, πάνω στα απόκρημνα βράχια και δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην θάλασσα, αναφέροντας «…είδα την ακρογιαλιάν που ήτον μεγάλη χαρά και μαγεία, και την ‘‘ελιμπίστηκα’’ κ’ ελαχτάρησα να πέσω να κολυμβήσω». Η κορύφωση του έργου διαδραματίζεται στον γιαλό, ένα αυγουστιάτικο δειλινό. Ο Παπαδιαμάντης περιγράφει το περιβάλλον, που ετοιμάζεται να υποδεχτεί το γυμνό κορμί της ηρωίδας Μοσχούλας, ως έναν παράδεισο, «…μικρόν άντρον θαλάσσιον, στρωμένον με άσπρα κρυσταλλοειδή κοχύλια και λαμπρά ποικιλόχρωμα χαλίκια…»
Παρακάτω στο διήγημα, ο αφηγητής κάνει και μια αναφορά σε θαλάσσιες θηλυκές θεότητες «…αι νύμφαι των θαλασσών..», οι οποίες φαίνονται να «…είχον ευτρεπίσει και στολίσει…», το θαλάσσιον άντρο. 
Με την αναφορά του αυτή, ο Παπαδιαμάντης δείχνει την αγάπη του για τη λαϊκή παράδοση και μυθολογία, δίνοντας μια θεϊκή διάσταση στον θαλάσσιο χώρο.

Στο διήγημα του “Η νοσταλγός”, το τοπίο είναι πάλι παραθαλάσσιο και  η υπόθεση διαδραματίζεται μια θερμή νύκτα του Μαΐου. Είναι μια ακόμα ιστορία αγάπης, αλλά και νοσταλγίας. Στο έργο αυτό, η ηρωίδα Λιαλιώ, μαζί με έναν νεαρό τον Μάνθο, κλέβουν μια βάρκα και βγαίνουν για βαρκάδα. Όπως και στο “Όνειρο στο κύμα”, ο νεαρός Μάνθος μοιάζει να μην μπορεί να αντισταθεί στην ομορφιά της θάλασσας, όπως δεν μπορεί να αντισταθεί στην ομορφιά της ηρωίδας.

Έτσι, για να μεταφέρει την έλξη που υπάρχει ανάμεσα στον άντρα και τη γυναίκα, την συμβολίζει με την έλξη που υπάρχει ανάμεσα στο θαλάσσιο κύμα και στην αμμουδιά, «..τα κύματα κατεπίνοντο υπό της άμμου, χωρίς να αποκάμνωσι ταύτα από το αιώνιον μονότονο παιγνίδιον, χωρίς να χορταίνει εκείνη από το αέναον αλμυρόν πότισμα». Και προς το τέλος του διηγήματος, συγκρίνει την γυναίκα με τη θάλασσα και εντοπίζει τις ομοιότητες ανάμεσά τους. Η θάλασσα είναι τόσο φλύαρη, όσο φλύαρη είναι και μια γυναίκα, που όμως κρατά κρυμμένα τα μυστικά της. «Η θάλασσα φλύαρος καθώς η γυνή, είναι όσον αυτή εχέμυθος, και ποτέ δεν διηγείται το μυστικόν της. Όσον είναι δυνατόν να εύρη τις τα ίχνη των αλλότριων φιλημάτων επί των χειλέων της γυναικός, άλλο τόσον είναι δυνατόν να εύρη επί της αχανούς κυανής εκτάσεως τα ίχνη της βαρκούλας».

Στο μυθιστόρημα “Έμποροι των εθνών”, ο Παπαδιαμάντης γράφει για μια απαγορευμένη ή αδύνατη αγάπη μιας παντρεμένης γυναίκας. Χρησιμοποιεί, για ακόμα μια φορά, τη θάλασσα ως μέρος του όλου σκηνικού, στο οποίο διαδραματίζεται η ιστορία. Η ηρωίδα του έργου, μοιράζεται, κατά κάποιο τρόπο, τις ανησυχίες της και τους προβληματισμούς της με τη θάλασσα, διότι είναι η μόνη που μπορεί να την καταλάβει και να κρατήσει τα μυστικά της. Η Αυγούστα, η ηρωίδα του έργου, «χάνεται» κοιτώντας την «… μειδιώσα και παίζουσα…» , αλλά και «…μυστηριώδη, βαθιά και ακαταμέτρητος…» θάλασσα, επιθυμώντας η εικόνα της «…να εγγραφή εν τη καρδιάν της…» .

Το διήγημα “Άνθος του γιαλού”, είναι ένα θαλασσινό παραμύθι. Αναφέρεται σε έναν ψαρά που ζει μόνος του σε ένα καλύβι, γνωστό ως «της Λουλούδως το Καλύβι», που είχε τη φήμη του στοιχειωμένου. Ο ήρωας αυτού του διηγήματος, ο Μάνος, βλέπει ένα φως να φέγγει μεσοπέλαγα τα βράδια, χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει ούτε από πού έρχεται, ούτε τί φως είναι. Αργότερα σε μια συζήτηση θα ακούσει μια ιστορία , έναν τοπικό θρύλο για το φως που μόνο αυτός έβλεπε, για μια κοπέλα που περίμενε το Βασιλόπουλο της να έρθει μέσω θαλάσσης από τον πόλεμο για να παντρευτούν, το Βασιλόπουλο όμως είχε αιχμαλωτιστεί και δεν ήρθε. Τότε, «τα δάκρυα της κόρης επίκραναν το κύμα τ’ αλμυρό…ένα λουλουδάκι αόρατο , μοσχομυρισμένο, φύτρωσε ανάμεσα στους δυο αυτούς βράχους…έγινεν ανθός, αφρός του κύματος. Κ’ η Σπίθα εκείνη, η φωτιά του πελάγους…είναι η ψυχή του Βασιλόπουλου…»

 Το “Φλώρα η Λαύρα”, είναι ένα διήγημα για μια βόλτα στην παραλία. Εκεί, ο αφηγητής παρουσιάζει τη θάλασσα ως «…άντρο της Γοργόνος…»,  την οποία ακούει να κελαηδά από τα βάθη της. Ο Παπαδιαμάντης, ό,τι δεν μπορεί να δει, το φαντάζεται με εικόνες από τη μυθολογία, αναφέροντας όμως, επηρεασμένος από τα θρησκευτικά βιβλία, ότι η θάλασσα είναι «…άτρωτος εις τα μάγια…»

 Στο διήγημα “Έρως-Ήρως”, ο ήρωας «…ήτο άνθρωπος της θαλάσσης και όχι της στεριάς…» και δούλευε στο καράβι που ετοιμαζόταν να μεταφέρει την αγαπημένη του, μετά το γάμο της με κάποιον άλλον. Ο ήρωας του έργου, πλάθει με το μυαλό του μια ιστορία, όπου ο ίδιος θα προξενούσε ένα ατύχημα, με σκοπό να διασώσει την αγαπημένη του κολυμπώντας μαζί της. Η ιστορία αυτή, έχει πολλά κοινά στοιχεία με το “Όνειρο στο κύμα”, μιας και αναφέρονται και τα δυο στην διάσωση των ηρωίδων από τους κεντρικούς ήρωες των διηγημάτων, οι οποίοι έτσι εκφράζουν γι’ αυτές τον κρυφό έρωτά τους.

 Στο διήγημα αυτό ο Παπαδιαμάντης αναφέρει ότι η θάλασσα επηρεάζεται από το γεγονός ότι περιβάλλει αυτόν και την αγαπημένη του, γράφοντας «…δια μίαν φοράν ας γίνει γλυκιά η πικρή και αλμυρά θάλασσα…» Με τα λόγια αυτά θέλει να αποδώσει δικά του χαρακτηριστικά στην θάλασσα. Για τον λόγο αυτό, η θάλασσα γίνεται ‘‘πικρή’, περιγράφοντας έτσι την πικρία που νιώθει ο ήρωας, που βλέπει την αγαπημένη του να είναι παντρεμένη με άλλον άντρα. Με την είσοδο όμως της κοπέλας στο νερό, αλλά και στην αγκαλιά του ήρωα, η θάλασσα γλυκαίνει, αποκτώντας προσωρινά αυτό το χαρακτηριστικό της κοπέλας-ηρωίδας του διηγήματος.

Στο ίδιο διήγημα, η θάλασσα παρουσιάζεται προσωποποιημένη, αποκτώντας τη μητρική ιδιότητα. Ο ήρωας του διηγήματος νανουρίζεται «…δια της απαλωτέρας μητρικής θωπείας…» Την παρουσιάζει ως δεύτερη μητέρα του, πιο αγαπημένη και πιο κοντά σε αυτόν και την συγκρίνει με την πραγματική του μητέρα αναφέροντας ότι για εκείνη «…ήτο πλέον μεγάλος και ηλικιωμένος υιός…  και δεν τον αγκάλιαζε ή δεν τον νανούριζε πια, ενώ η μάνα-θάλασσα, που ήταν πάντα μεγάλη και πολύ μεγαλύτερη από τον ίδιο, του φερόταν πάντα σαν να «…ήτο ακόμη μικρόν, πολύ μικρόν τέκνον της». Το θαλασσινό νερό, όμως, στον Παπαδιαμάντη γίνεται και  «Πικρόν ύδωρ», που πνίγει την κεντρική ηρωίδα, του σημαντικότερου έργου του την “Φόνισσα”. Εκεί, ηρωίδα είναι η Φραγκογιαννού, φόνισσα δυο νηπίων, το ένα εκ των οποίων, το ίδιο της το εγγόνι, με σκοπό να τα σώσει από τους ίδιους τους, τους γονείς. Η φόνισσα μετά την πράξη της, προσπαθεί να διαφύγει τη σύλληψη και κρύβεται σε μια σπηλιά κοντά στη θάλασσα. Οι τύψεις που την καταδιώκουν και αυτές, αποκτούν φωνή μέσω του θαλάσσιου φλοίσβου. Οι Ερινύες παίρνουν τη μορφή παθιασμένων κυμάτων και η θάλασσα μεταμορφώνεται σε άβυσσο, έτοιμη να την καταπιεί. Μέσω του νερού της θάλασσας αποδίδεται και η δικαιοσύνη, μιας και η ίδια έπνιξε τα δυο παιδιά και στο τέλος πέθανε με τον ίδιο τρόπο. 

Επίσης στο διήγημα “Νεκρός ταξιδιώτης”, ο Παπαδιαμάντης, διηγείται μια ακόμα ιστορία πνιγμού, ενός αγνώστου ανθρώπου. Στο διήγημα αυτό αναφέρει ότι ο άγνωστος αυτός άντρας έχασε στην «…πάλην με τον Χάρον τον θαλάσσιον…», εννοώντας ότι δεν πνίγηκε από ανθρώπινο χέρι, αλλά του πήρε τη ζωή ο Χάρος, ένας άλλος Χάρος, που ζει μέσα στη θάλασσα, δηλαδή σε έναν άλλο, τον ενάλιο,  κόσμο.

Facebook Comments

Από giorgos

104fm.gr