Αποσπάσματα από τον συγκλονιστικό λόγο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στην Πνύκα
Ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης συναθροίζει εἰς τὴν Λίμνην Λέρνην τοὺς νικητὰς τοῦ Δράμαλη τὸ 1822. Τοιχογραφία (νωπογραφία), 150 cm x 127 cm. Μουσείο Θεόφιλου – Αρχοντικό Κοντού, Ανακασιά Βόλου

Του Ευαγγέλου Παχυγιαννάκη, Πρωτοπρ. Του Οικουμεν. Θρόνου

Πρόκειται για μια ομιλία που προέκυψε τυχαία. Στις 7 Οκτωβρίου 1838 ο θρυλικός Γέρος του Μοριά Θεόδωρος Κολοκοτρώνης είχε επισκεφθεί το Βασιλικό Γυμνάσιο της Αθήνας για να παρακολουθήσει όσα θα δίδασκε για τον Θουκυδίδη ο γυμνασιάρχης Γεώργιος Γεννάδιος. Ο Γέρος του Μοριά ενθουσιάστηκε τόσο πολύ από τη διδασκαλία του Γεννάδιου αλλά και από τη συμπεριφορά και τον αριθμό των μαθητών, ώστε ζήτησε να τους μιλήσει και ο ίδιος. Το αίτημά του έγινε δεκτό, αλλά  να γίνει και έγινε την επομένη στις 8 Οκτωβρίου στην Πνύκα, λόγω ελλείψεως χώρου στο Βασιλικό Γυμνάσιο.

Ο Γέρος του Μοριά δεν ήταν μορφωμένος με την ακαδημαϊκή έννοια του όρου. Αυτό, όμως, δεν τον εμπόδισε να σταθεί στο ίδιο μέρος που είχαν σταθεί αρχαίοι μας πρόγονοι από τους μεγαλύτερους ρήτορες και να εκφωνήσει έναν λόγο από τα βάθη της ψυχής του. Πίστευε ότι η ψυχή του ανθρώπου είναι  αυτή  που διδάσκει, αυτή που πολεμά, αυτή που στήνει τρόπαια νίκης, αυτή που δη-  δημιουργεί πολιτισμούς και Παρθενώνες.

Ο λόγος αυτός του ένδοξου στρατηγού έχει χαρακτηρισθεί  ως η πνευματική παρακαταθήκη του στη νέα γενιά και ως τέτοια λογίζεται από τότε μέχρι τις ημέρες μας. Και είναι κρίμα που δεν διδάσκεται στα σχολεία μας. Γιατί αυτά που είπε τότε στα παιδιά από την πείρα και τη σοφία του ο αγνός αυτός αγωνιστής για τα ιδεώδη του Γένους μας, είναι συμβουλές και παρακαταθήκη και για τα δικά μας τα παιδιά. Και έχει ιδιαίτερη σημασία στους καιρούς που ζούμε και στις προκλήσεις των καιρών που έρχονται.

Μερικά από τα διδάγματα και τις παραινέσεις του πρωτεργάτη της Επαναστάσεως του ’21 προς τους νέους, είναι ν’ αποφεύγουν τη διχόνοια, να διαφυλάξουν την Ορθόδοξη Πίστη και ν’ αποκτήσουν Παιδεία. Μπροστά σε αυτά τα βασικά λόγια του ελευθερωτή της πατρίδος μας δεν μπορούν να σταθούν οι κατά  καιρούς μεταρρυθμίσεις και αναβαθμίσεις της σχολικής Παιδείας και Εκπαίδευσης, ούτε οι διαδραστικοί πίνακες με τα ανοίγματα σε ξένα εκπαιδευτικά προγράμματα, τάχα για να γίνει η μάθηση πιο ελκυστική με σύγχρονα μέσα επιμόρφωσης. 

Από αυτή τη μνημειώδη ομιλία στην Πνύκα του Γέρου του Μοριά θα αναφέρομε λίγα αποσπάσματα:

«Παιδιά μου! Εις τον τόπο τούτο, οπού εγώ πατώ σήμερα, επατούσαν και εδημηγορούσαν τον παλαιό καιρό άνδρες σοφοί, και άνδρες με τους οποίους δεν είμαι άξιος να συγκριθώ και ούτε να φθάσω τα ίχνη των. Εγώ επιθυμούσα να σας ιδώ, παιδιά μου, εις την μεγάλη δόξα των προπατόρων μας, και έρχομαι να σας ειπώ, όσα εις τον καιρό του αγώνος και προ αυτού και ύστερα απ’ αυτὸν ο ίδιος επαρατήρησα, και απ’ αυτὰ να κάμωμε συμπερασμούς και δια την μέλλουσαν ευτυχίαν σας, μολονότι ο Θεός μόνος ηξεύρει τα μέλλοντα. Και δια τους παλαιούς Έλληνας, οποίας γνώσεις είχαν και ποία δόξα και τιμήν έχαιραν κοντά εις τα άλλα έθνη του καιρού των, οποίους ήρωας, στρατηγούς, πολιτικούς είχαν…. Εγώ δεν είμαι αρκετός (να σας πω).  Σας λέγω μόνον πως ήταν σοφοί, και από εδώ επήραν και εδανείσθησαν τα άλλα έθνη την σοφίαν των.

«Εις τον τόπον, τον οποίον κατοικούμε, εκατοικούσαν οι παλαιοί Έλληνες, από τους οποίους και ημείς καταγόμεθα και ελάβαμε το όνομα τούτο. Αυτοί διέφεραν από ημάς εις την θρησκείαν, διότι επροσκυνούσαν τες πέτρες και τα ξύλα. Αφού ύστερα ήλθε στον κόσμο ο Χριστός, οι λαοί όλοι επίστευσαν εις το Ευαγγέλιό του, και έπαυσαν να λατρεύουν τα είδωλα. Δεν επήρε μαζί του ούτε σοφούς ούτε προκομμένους, αλλ’ απλοὺς ανθρώπους, χωρικούς και ψαράδες, και με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος έμαθαν όλες τες γλώσσες του κόσμου, οι οποίοι, μολονότι όπου και αν έβρισκαν εναντιότητες και οι βασιλείς και οι τύραννοι τους κατέτρεχαν, δεν ημπόρεσε κανένας να τους κάμη τίποτα. Αυτοί εστερέωσαν την πίστιν.

«Οι παλαιοί Έλληνες, οι πρόγονοί μας, έπεσαν εις την διχόνοια και ετρώγονταν μεταξύ τους, και έτσι έλαβαν καιρό πρώτα οι Ρωμαίοι, έπειτα άλλοι βάρβαροι και τους υπόταξαν. Ύστερα ήλθαν οι Μουσουλμάνοι και έκαμαν ο,τι ημπορούσαν, δια να αλλάξη ο λαός την πίστιν του. Έκοψαν γλώσσες εις πολλούς ανθρώπους, αλλ εστάθη αδύνατο να το κατορθώσουν. Τον ένα έκοπταν, ο άλλος το σταυρό του έκαμε. Σαν είδε τούτο ο σουλτάνος, διόρισε ένα βιτσερέ (αντιβασιλέα), έναν πατριάρχη, και του έδωσε την εξουσία της εκκλησίας. Αυτός και ο λοιπός κλήρος έκαμαν ο,τι τους έλεγε ο σουλτάνος. Ύστερον έγιναν οι κοτζαμπάσηδες (προεστοί)- εις όλα τα μέρη. Η τρίτη τάξη, οι έμποροι και οι προκομμένοι, το καλύτερο μέρος των πολιτών, μην υποφέρνοντες τον ζυγό έφευγαν, και οι γραμματισμένοι επήραν και έφευγαν από την Ελλάδα, την πατρίδα των, και έτσι ο λαός, όστις στερημένος από τα μέσα της προκοπής, εκατήντησεν εις αθλίαν κατάσταση, και αυτή αύξαινε κάθε ημέρα χειρότερα‧ διότι, αν ευρίσκετο μεταξύ του λαού κανείς με ολίγην μάθηση, τον ελάμβανε ο κλήρος, όστις έχαιρε προνόμια, η εσύρετο από τον έμπορο της Ευρώπης ως βοηθός του η εγίνετο γραμματικός του προεστού. Και μερικοί μην υποφέροντες την τυραννίαν του Τούρκου και βλέποντας τες δόξες και τες ηδονές οπού ανελάμβαναν αυτοί, άφηναν την πίστη τους και εγίνοντο Μουσουλμάνοι. Και τοιουτοτρόπως κάθε ημέρα ο λαός ελίγνευε και επτώχαινε.

«Εις αυτήν την δυστυχισμένη κατάσταση μερικοί από τους φυγάδες γραμματισμένους εμετάφραζαν και έστελναν εις την Ελλάδα βιβλία, και εις αυτούς πρέπει να χρωστούμε ευγνωμοσύνη, διότι ευθύς οπού κανένας άνθρωπος από το λαό εμάνθανε τα κοινά γράμματα, εδιάβαζεν αυτά τα βιβλία και έβλεπε ποίους είχαμε προγόνους, τι έκαμεν ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης και άλλοι πολλοί παλαιοί μας, και εβλέπαμε και εις ποίαν κατάσταση ευρισκόμεθα τότε…

«Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν συλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε «που πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση…

«Εγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξ αιτίας των περιστάσεων, έμεινα αγράμματος και δια τούτο σας ζητώ συγχώρηση, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοί σας. Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, δια να ωφεληθήτε από τα απερασμένα και από τα κακά αποτελέσματα της διχονοίας, την οποίαν να αποστρέφεσθε, και να έχετε ομόνοια….

«Παιδιά μου να μην έχετε πολυτέλεια, να μην πηγαίνετε εις τους καφενέδες και τα μπιλιάρδα.» «Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε». «Να δοθήτε εις τας σπουδάς σας, και καλλίτερα να κοπιάσετε ολίγον δύο και τρεις χρόνους και να ζήσετε ελεύθεροι εις το επίλοιπο της ζωής σας, παρά να περάσετε τέσσαρους πέντε χρόνους τη νεότητά σας και να μείνετε αγράμματοι. Να σκλαβωθήτε εις τα γράμματά σας. Να ακούετε τα συμβουλάς των διδασκάλων και γεροντοτέρων, και, κατά την παροιμία, μύρια ήξευρε και χίλια μάθανε. Η προκοπή σας και η μάθησή σας να μην γίνη σκεπάρνι μόνο διά το άτομό σας, αλλά να κυττάζη το καλό της Κοινότητος, και μέσα εις το καλό αυτό ευρίσκεται και το δικό σας». «Η μόνη σκλαβιά που μας αρμόζει, λέει ο Κολοκοτρώνης, είναι στα γράμματα. Ποια, όμως, γράμματα; «Τα γράμματα που διαβάζουνε/οι αγράμματοι κι αγιάζουνε», καθώς γράφει ο  (Ελύτης), τα γράμματα των Πατέρων, των αγίων, των μεγάλων φιλοσόφων της αρχαιότητας, οι οποίοι είναι ζωγραφισμένοι στους νάρθηκες των εκκλησιών μας. Αυτά παράγγειλε ο Γέρος του Μοριά στους Ελληνόπαιδες: Να έχουν ως θεμέλια της πολιτείας την ομόνοια, τη θρησκεία, τα γράμματα και την φρόνιμον ελευθερίαν.

Facebook Comments

Από giorgos

104fm.gr