Από το μικρόφωνο στη ποίηση

ΓΡΑΦΕΙ: Ο Ευάγγελος Παχυγιαννάκης, Πρωτοπρεσβ. του Οικουμεν. Θρόνου.

Μια ανθρωπίνη ματιά του ποιητή που αρνείται το «περιτύλιγμα» χάριν του «δώρου».

Αγαπητέ, Νίκο, έλαβα την πρόσφατη ποιητική Συλλογή σου με τίτλο «ΑΣΤΟΧΙΑ ΥΛΙΚΟΥ, ΑΝΑΨΗΛΑΦΗΣΗ, Γ΄». Σε ευχαριστώ που με θυμήθηκες και μάλιστα, συνοδεύοντάς την με μια τόσο κολακευτική αφιέρωση.

Εγώ πάντως και να θέλω δεν μπορώ να σε  ξεχάσω. Εκτός του ότι σε θυμάμαι από τα μαθητικά θρανία στο Λύκειο του Αγίου Νικολάου, όπου συντύχαμε να μαθαίνομε ο ένας στον άλλο γράμματα, και το γράφω αυτό για να το ακούσουν και άλλοι ότι, αλλοίμονο στον δάσκαλο που δεν μαθαίνει κι από τους μαθητές του. Αλλά εγώ, θέλω να σε βεβαιώσω ότι, όποια μέρα, απογευματάκι δεν έχω υποχρεωτική δουλειά, ακούω την εκπομπή σου, την απ’ όλες τις συναφείς εκπομπές όχι μόνο μακροχρόνια αλλά και ουσιαστική. «Ζητοτραγουδείς» το «ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ» και σε χαίρομαι. Όχι γιατί δεν κουράστηκες εσύ ή δεν βαρέθηκες, αλλά αυτοί που σε ακούνε δεν κουραστήκανε. Αγαπήσανε τόσο εσένα όσο και τα τραγούδια, που με θαυμαστή επιμέλεια και διάκριση παρουσιάζεις, αλλά και γιατί είσαι προικισμένος να συνδυάζεις την  απλότητα  με την υποδειγματική χρονική παραγωγή και ιστορία του κάθε τραγουδιού. Τα λες τόσο όμορφα και καταληπτά όσο οι ακτίνες του ήλιου στέλνονται και χαϊδεύουν τα πρόσωπα των κουρασμένων στρατοκόπων.

Αυτή η απαλότητα και σεμνότητα τώρα έρχεται να μας προσφερθεί μέσα από τη ζεστασιά της καρδιάς σου με την ευαισθησία και την επιγραμματική δύναμη του γριφώδους λόγου σου. Αυτό είναι ένα από τα χαρίσματά σου. Ο γρίφος δεν είναι ελάττωμα. Είναι προτέρημα και δείχτης ευφυίας.  Και γι’ αυτόν που τον δημιουργεί και γι’ αυτόν που τον αποκρυπτογραφεί. Είναι ένα πνευματικό παιγνίδι. Είναι ένα παιχνίδι ή αίνιγμα, που απαιτεί λογική σκέψη, δημιουργικότητα και συχνά αντισυμβατική προσέγγιση για την επίλυσή του, διατυπωμένο συνήθως ως ερώτηση, φράση ή ως εικόνα και κάποτε ως λεπτή ειρωνεία. Αυτή η παρεξηγημένη σοφία, που δεν είναι καθόλου εχθρική με το πνεύμα της άδολης ευχαρίστησης και σώζει ό,τι μπορεί να σωθεί. Μεταφορικά, περιγράφει οτιδήποτε είναι περίπλοκο, δυσνόητο ή δύσκολο να ερμηνευτεί από τους αδαείς. Και πάντοτε έχει τη δύναμη να κατέρχεται στα βάθη της υπάρξεως του αναγνώστη και να αποκαλύπτει την ουσία των πραγμάτων εκείνων, που δεν μπορούν να ειπωθούν με νότες μουσικής, με ευφυολογήματα ή με ερμηνευτικά τεχνάσματα, αναλύσεις και σχόλια.

Μου αρέσεις γιατί είσαι ένας σύγχρονος επαναστατικός ποιητής, ακούγοντας τις εκπομπές σου, που τις νοστιμεύεις με την πραότητα του ερμηνευτικού και διδακτικού λόγου.  Μέσα από τα γραπτά κείμενά σου σε ανακαλύπτω πιο δυναμικό, πιο γνήσιο, γιατί με αυτά δημιουργείς τις προϋποθέσεις για τη ριζική ανανέωση της ποίησης. Με την εμφάνιση του απελευθερωμένου στίχου, μιας μορφής ενδιάμεσης ανάμεσα στον αυστηρά περιορισμένο έμμετρο και στην απελεύθερη μετρική του πλοκή. Η δομή που επιδιώκεται εν προκειμένω από τη θεωρητική ποιητική βάση, εδράζεται στη δυναμικότητα που του παρέχει ο στίχος, χωρίς να υπολείπεται της δυναμικότητας του μέτρου.  Είναι αυτό που κατορθώθηκε με το σημαντικό βήμα στην πορεία της εξέλιξης της Νεοελληνικής μετρικής, που σημειώθηκε στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα και κυρίως στην τρίτη δεκαετία του. Τότε επεκτάθηκε η χρήση του ελεύθερου στίχου, η κυριαρχία του οποίου μέχρι σήμερα επέβαλε νέους όρους και άνοιξε νέους ορίζοντες για την ανάγνωση και μελέτη της συγχρόνου ποιήσεως.

Σε συγχαίρω για τους «εχέμυθους στίχους που ποθείς να γράφεις/ να μην τους παίρνουν λέξη οι αναγνώστες,/ να μοιάζει, λες, καθένας μ’ έναν τάφο‧/…..να σε λεν σκοτεινό και κρυπτογράφο,/….λέξη να μην τους παίρνουν οι αναγνώστες» (σελ.49).

Έτσι από τις «ΤΑΦΕΣ» τις δικές σου οι αναγνώστες σου θαυμα-τοποιούν. Μα είναι δυνατόν να θέλει κανείς καλύτερο ξενάγημα από στα σκοτάδια  των τάφων για να δει θαύματα; Σας το είχα πει πολλές φορές στο Σχολείο, ότι το καλύτερο σκολειό είναι η τακτική επίσκεψη για μαθητεία ζωής  στο Κοιμητήριο. Γιατί εκεί μελετάει κανείς την αλήθεια της όντως ζωής! Χωρίς αυτή τη μελέτη δεν σοφίζεται ο άνθρωπος κι ούτε καν κάνει το μεταφυσικό άλμα για την επίσκεψη και την κατάκτηση του Αιωνίου. Αυτό είναι το δώρημα «των κρυφών νοημάτων» της ποίησης, που γυμνώνονται στο καθαρό φως του Ακτίστου. Γιατί μόνο έτσι μπορεί να πιστέψει κανείς, πως «εν τέλει δεν είσαι μόνο το περτύλιγμα του δώρου», αλλά «είσαι το δώρον» (Σελ.105).

Μιλώντας «άμετρα» όλα τα ποιήματα, χωρίς δηλουμένου του εξωτερικού μέτρου, αλλά πλήρη νοηματικής μετρικής πειθαρχίας στη Συλλογή σου αυτή, είναι γραμμένα στο βαθύ  μέτρο  της συνειδήσεως του σκεπτόμενου ανθρώπου. Γεμάτα από ψηφίδες προβληματισμού, ενίοτε σαρκαστικής διαθέσεως με «παιγνίδια μισογραμμένα σε άδεια αγκαθωτά κουτάκια, και ειδικό χώρο αθλοπαιδιών, αναλωμένων  σε ασκήσεις μυοχαλαρωτικές Σουηδικής γυμναστικής» (σελ.93). Και άλλοτε αναλισκό- μενος σε αγωνιώδεις εκκλήσεις «σε συνοδοιπόρους ποιητές στον δρόμο της Ανάγκης» στους στίχους που γράφτηκαν και χάθηκαν «κρυμμένοι μέσα στα συρτάρια» και στη σημερινή πληθώρα, που «κάθε στενό και ποιητής, Χρηματοδότες-ποιητές, Αθηνεπαρχιώτες» (Σελ.71).

Μεσούσης της τραγικότητος και των τυραννικών «εξιστορήσεων», ξεπετιέται ο προτρεπτικός και προφητικός λόγος του ποιητή: «δώστε κι εσείς μια Συλλογή κι ας είναι η πιο παλιά σας, κι εξάλλου πόσες απ’ αυτές χαρτοπολτός θα γίνουν; Πρώτος εγώ, συνάδελφοι, μια Συλλογή μου αφήνω, και παίρνω απ’ την Ορέστεια το δράμα που μας λείπει!. Τον άγνωστο Πρωτέα της, το τέταρτό της έργο. Ποιος από σας, συνέλληνες, θέλει να συνεχίσει, να πάρει απ’ την Προμήθεια τον Προμηθέα πυρφόρο;» (σελ.73).

Βέβαια,  «Κάθε φωνή μας έχει τη σιωπή της,/ σιωπή μονάχη, παρατεταμένη‧/ πες πως φυγομαχεί στην εποχή της/ ή πες πως την ακούει και περιμένει.» (Σελ.37). Τώρα νομίζω πως δεν περιμένει πια «ἡ νύξ προέκοψεν, ἡ δέ ἡμέρα ἤγγικεν» (Ρωμ.13.12), να μιλήσουν οι ποιητές προφητικά, για το δόλιο δώρο του αλυσοδεμένου Τιτάνα. Για τη φωτιά που  επιμηκύνει το φως, και το «δώρο» του σκοτεινού Τιτάνα, που γίνεται αυτοτιμωρία για τους θνητούς, που εγκαταλείπουν το φως και ασχολούνται με τ’ αποκαΐδια, που αφήνει στο πέρασμά της η φωτιά.  

Αγαπητέ, Νίκο, νομίζω πως ο καιρός που «έβλεπες τα δικά σου βότσαλα να παραμένουν πέτρες, και κάποιου άλλου να γίνονται πηλός, που άλλαζε σχήμα και χρώμα», (παρήλθεν). Τώρα που ξέρεις να ξεχωρίζεις τους ποιητές απ’ όσους μαζεύουν βότσαλα» (σελ.133), νομίζω πως στη Συλλογή σου αυτή τα κατάφερες. Συνέχισε, λοιπόν. «Η ποίηση είναι τέχνη και η τέχνη είναι απύθμενη, ασύνορη, άχρονη, αειθαλής, αμάραντη» θα πει ο Οδ . Ελύτης:  (Ένα και δυο: Τη μοίρα του ήλιου θα την πούμ’ εμείς). Και πάντα πίστευε με την ελπίδα ορθή, πως «Κι όταν αλλάξουν οι καιροί κι άλλες γενιές θα ’ρθούνε» (Σελ.72), οι ποιητές θα είναι πάντα το φως, που ξεπερνά κι αφήνει πίσω του τ’ αποκαΐδια της φωτιάς.

Ευάγγελος Παχυγιαννάκης

Πρωτοπρεσβύτερoςτου Οικουμενικού Θρόνου

Facebook Comments

Από giorgos

104fm.gr