Ο Όμηρος, ο Νόλαν και η εποχή  της woke “ταμπέλας”
η Ιστορία δεν υπάρχει για να μας δικαιώνει. Υπάρχει για να μας διδάσκει

Τα τελευταία χρόνια δύσκολα μπορεί να παρακολουθήσει κανείς μια δημόσια συζήτηση γύρω από ένα βιβλίο, μια ταινία ή ένα έργο τέχνης χωρίς να ακούσει τη λέξη woke. Για άλλους αποτελεί συνώνυμο της κοινωνικής προόδου, της συμπερίληψης και της ευαισθησίας απέναντι στις αδικίες. Για άλλους είναι η έκφραση μιας νέας ιδεολογικής τάσης που επιχειρεί να επαναδιαβάσει την Ιστορία και τον πολιτισμό αποκλειστικά μέσα από τις αξίες του σήμερα. Όπως συμβαίνει συνήθως, όμως, η πραγματικότητα βρίσκεται κάπου ανάμεσα.

Η λέξη woke γεννήθηκε στις αφροαμερικανικές κοινότητες των Ηνωμένων Πολιτειών και σήμαινε κυριολεκτικά «να είσαι ξύπνιος». Ήταν μια προτροπή να μην αδιαφορεί κανείς απέναντι στον ρατσισμό, στις κοινωνικές ανισότητες και στις διακρίσεις. Με την πάροδο των δεκαετιών, ιδιαίτερα μετά τα κινήματα Black Lives Matter και #MeToo, η έννοια διευρύνθηκε. Δεν αφορούσε πλέον μόνο τις φυλετικές διακρίσεις αλλά κάθε μορφή κοινωνικού αποκλεισμού: το φύλο, τον σεξουαλικό προσανατολισμό, την αναπηρία, τη θρησκεία ή την εθνική καταγωγή.

Μέχρι εδώ δύσκολα θα διαφωνούσε κανείς. Η υπεράσπιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, η ισότητα απέναντι στον νόμο και ο σεβασμός της διαφορετικότητας αποτελούν κατακτήσεις κάθε δημοκρατικής κοινωνίας.

Η συζήτηση έγινε πιο σύνθετη όταν η κοινωνική ευαισθησία έπαψε να αφορά μόνο το παρόν και στράφηκε προς το παρελθόν. Έργα τέχνης, ιστορικά πρόσωπα, μνημεία και λογοτεχνικά κείμενα άρχισαν να αξιολογούνται ολοένα και περισσότερο μέσα από τις ηθικές και κοινωνικές αντιλήψεις του 21ου αιώνα.

Εδώ γεννήθηκε ένα ενδιαφέρον επιστημονικό ερώτημα που απασχολεί ολοένα και περισσότερο ιστορικούς, φιλολόγους και μελετητές του πολιτισμού: μέχρι ποιο σημείο μια σύγχρονη ερμηνεία εμπλουτίζει ένα κλασικό έργο και από ποιο σημείο αρχίζει να αλλοιώνει την ιστορική και πολιτισμική του ταυτότητα;

Πολλοί προειδοποιούν για τον κίνδυνο του λεγόμενου παροντισμού (presentism): της τάσης, δηλαδή, να ερμηνεύουμε ανθρώπους και κοινωνίες του παρελθόντος αποκλειστικά μέσα από τις αξίες, τις ευαισθησίες και τις ιδεολογικές κατηγορίες του σήμερα. Αν ζητούμε από τον Όμηρο, τον Σοφοκλή ή τον Σαίξπηρ να σκέφτονται όπως ένας άνθρωπος του 21ου αιώνα, κινδυνεύουμε να χάσουμε την ουσιαστικότερη λειτουργία της Ιστορίας: να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε έναν διαφορετικό κόσμο και όχι να τον μεταμορφώσουμε σε καθρέφτη του δικού μας.

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι τα μεγάλα έργα δεν πρέπει να συνομιλούν με κάθε νέα εποχή. Αντιθέτως. Η διαχρονικότητά τους οφείλεται ακριβώς στο ότι κάθε γενιά ανακαλύπτει μέσα τους νέα ερωτήματα και νέες απαντήσεις. Άλλο όμως η δημιουργική συνομιλία με ένα κλασικό έργο και άλλο η απαίτηση να προσαρμοστεί εκείνο στις δικές μας βεβαιότητες.

Η συζήτηση αυτή αναζωπυρώθηκε με αφορμή τη νέα κινηματογραφική μεταφορά της Οδύσσειας από τον Κρίστοφερ Νόλαν. Πολλοί έσπευσαν να τη χαρακτηρίσουν «woke», άλλοι την απέρριψαν ως ιστορικά ανακριβή, ενώ κάποιοι την υποδέχθηκαν ως μια σύγχρονη ανάγνωση του ομηρικού έπους. Ίσως όμως το πιο ενδιαφέρον ερώτημα να μην είναι σε ποια ιδεολογική κατηγορία ανήκει η ταινία, αλλά τι καινούριο επιχειρεί να πει μέσα από ένα έργο που γράφτηκε πριν από σχεδόν τρεις χιλιάδες χρόνια.

Ίσως, τελικά, η πραγματική Οδύσσεια να μην είναι το ταξίδι προς την Ιθάκη. Να είναι το ταξίδι ενός ανθρώπου προς τη συγχώρεση του ίδιου του εαυτού του. Γιατί όταν καταλάβεις πως δέκα χρόνια αίματος δεν χύθηκαν μόνο για μια γυναίκα, αλλά για την ανθρώπινη ματαιοδοξία, την ύβρη και τη δίψα για δόξα, τότε η επιστροφή στην πατρίδα γίνεται το μικρότερο από τα ταξίδια που έχεις να κάνεις.

Η ανάγνωση αυτή δεν βρίσκεται αυτούσια στον Όμηρο. Είναι μια σύγχρονη ερμηνεία. Και ακριβώς εκεί βρίσκεται η δύναμή της. Δεν αντικαθιστά το έπος· συνομιλεί μαζί του. Ο Νόλαν δεν αλλάζει τον Οδυσσέα σε κάποιον άλλον άνθρωπο. Επιλέγει να φωτίσει περισσότερο την ενοχή, την ευθύνη και την ανάγκη της προσωπικής λύτρωσης, στοιχεία που ένας σημερινός θεατής ίσως αναζητά περισσότερο από έναν ακροατή του 8ου αιώνα π.Χ.

Παράλληλα, αναδεικνύεται μια ακόμη διάσταση του Οδυσσέα: η διαρκής του διαπραγμάτευση με το θείο. Δεν είναι ένας ήρωας που αποδέχεται παθητικά τη μοίρα του ούτε υποτάσσεται αδιαμαρτύρητα στις βουλές των θεών. Αγωνίζεται, αμφισβητεί, επιμένει να επιλέγει, ακόμη κι όταν γνωρίζει πως η ανθρώπινη βούληση συγκρούεται με δυνάμεις μεγαλύτερες από αυτήν. Ίσως γι’ αυτό εξακολουθεί να μας συγκινεί.

Κι όμως, όσο κι αν θαυμάζω τον Οδυσσέα, πάντοτε προτιμούσα την Ιλιάδα. Γιατί μέσα στη φρίκη του πολέμου υπήρχε ο Έκτορας.

Ο Έκτορας δεν επέλεξε ποτέ αυτόν τον πόλεμο. Κλήθηκε να πληρώσει το τίμημα ενός νεανικού σφάλματος του αδελφού του. Ως πρωτότοκος γιος ανέλαβε την ευθύνη να προστατεύσει τον λαό του, τους γονείς του, την Ανδρομάχη και τον μικρό Αστυάνακτα. Πολέμησε όχι για τη δόξα ούτε για την προσωπική του υστεροφημία, αλλά γιατί πίστευε πως αυτό ήταν το χρέος του.

Και όταν έφτασε η τελευταία του μάχη, δεν ηττήθηκε μόνο από τον Αχιλλέα. Ηττήθηκε και από τη βούληση των ίδιων των θεών, που στον κόσμο του Ομήρου εξακολουθούν να διαμορφώνουν την έκβαση ακόμη και των πιο γενναίων ανθρώπινων προσπαθειών. Γι’ αυτό ο Έκτορας παραμένει μέχρι σήμερα μία από τις πιο τραγικές μορφές της παγκόσμιας λογοτεχνίας: ένας άνθρωπος που γνώριζε πως πιθανότατα θα χάσει, αλλά επέλεξε να σταθεί όρθιος μέχρι το τέλος.

Ίσως αυτή να είναι και η μεγάλη διαφορά των δύο επών. Η Ιλιάδα μιλά για το μεγαλείο και την τραγωδία του πολέμου. Η Οδύσσεια μιλά για όσα ακολουθούν όταν ο πόλεμος έχει τελειώσει.

Μια ακόμη πτυχή που φωτίζει η ταινία είναι ο νόμος του Ξένιου Δία, ίσως μία από τις σημαντικότερες αρχές του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Ο Όμηρος δεν εξιδανικεύει τη φιλοξενία. Γνωρίζει ότι ο ξένος μπορεί να εκμεταλλευτεί την καλοσύνη του οικοδεσπότη, όπως κάνουν οι μνηστήρες. Αναγνωρίζει επίσης ότι και ο οικοδεσπότης μπορεί να προδώσει την ιερότητα της φιλοξενίας, όπως ο Πολύφημος ή η Κίρκη.

Οι εξαιρέσεις, όμως, δεν καταργούν τον κανόνα. Αντιθέτως, τον επιβεβαιώνουν. Για τον Όμηρο, κάθε ξένος αξίζει σεβασμό, γιατί μπορεί να είναι ένας άνθρωπος που έχει ανάγκη, ένας ταξιδιώτης που ζητά προστασία ή ακόμη και ένας μεταμφιεσμένος θεός. Η φιλοξενία δεν είναι πράξη αφέλειας· είναι πράξη πολιτισμού.

Και είναι εντυπωσιακό πόσο κοντά βρίσκεται αυτή η αντίληψη στη χριστιανική παράδοση. «Τη φιλοξενία μην τη λησμονείτε· γιατί μέσω αυτής κάποιοι φιλοξένησαν αγγέλους χωρίς να το γνωρίζουν». Από τον Ξένιο Δία μέχρι το Ευαγγέλιο διατρέχει την ελληνική και τη χριστιανική σκέψη η ίδια σχεδόν ιδέα: ο ξένος δεν είναι, εκ προοιμίου, εχθρός. Είναι μια δοκιμασία της δικής μας ανθρωπιάς.

Είναι, λοιπόν, η ταινία ιστορικά ακριβής; Όχι, αν με τον όρο αυτό εννοούμε την πιστή αναπαραγωγή του ομηρικού κειμένου. Όπως σχεδόν κάθε μεγάλη κινηματογραφική μεταφορά, επιλέγει, συμπυκνώνει, μετατοπίζει τα κέντρα βάρους και εισάγει σύγχρονους υπαρξιακούς προβληματισμούς. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε σύγχρονη ανάγνωση είναι αυτομάτως ιδεολογική, ούτε ότι κάθε απόκλιση από το πρωτότυπο συνιστά παραχάραξη. Η τέχνη πάντοτε επανερμήνευε τα μεγάλα έργα. Το ζητούμενο είναι να μη χάνει τον διάλογό της με το πρωτότυπο.

Το πραγματικό δίλημμα της εποχής μας δεν είναι αν είμαστε «υπέρ» ή «κατά» της woke κουλτούρας. Είναι αν μπορούμε να υπερασπιζόμαστε την ανθρώπινη αξιοπρέπεια χωρίς να διαγράφουμε την ιστορική μνήμη. Να αναγνωρίζουμε τις αδικίες του παρελθόντος χωρίς να απαιτούμε από το παρελθόν να είχε ήδη υιοθετήσει τις αξίες του παρόντος. Να υπερασπιζόμαστε τη συμπερίληψη χωρίς να καταλήγουμε στην απόρριψη κάθε έργου ή κάθε ανθρώπου που δεν χωρά στις σημερινές μας κατηγορίες.

Γιατί η Ιστορία δεν υπάρχει για να μας δικαιώνει. Υπάρχει για να μας διδάσκει. Και η διδασκαλία της αρχίζει τη στιγμή που σταματάμε να τη δικάζουμε και προσπαθούμε πρώτα να την κατανοήσουμε.

Με εκτίμηση,

Ευαγγελία Φανουράκη 

Υγιεινολόγος MPh, MSc

πρώην Κοινή Διοικήτρια των διασυνδεόμενων νοσοκομείων “Γ.Ν. Λασιθίου” – “Γ. Ν. – Κ.Υ. Νεαπόλεως «Διαλυνάκειο»”

Δημοτική Σύμβουλος Αγίου Νικολάου

Facebook Comments

Από giorgos

104fm.gr