
(και η απολεσθείσα (;) κτητορική επιγραφή του Ναού)
Σήμερα, παραμονές του Αγίου Νικολάου, πολιούχου της πόλεώς μας παρουσιάζομε μερικά συμπληρωματικά ιστορικά στοιχεία παράλληλα προς εκείνα που έχομε διασώσει στο βιβλίο μας «ΣΥΝΤΟΜΟΣ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ ΑΥΤΗΣ».
Στο παραπάνω βιβλίο μας σελ. 42 γράφομε: «Κατά την γενομένην διαρρύθμιση τοῦ αὐλείου χώρου (τοῦ ἱεροῦ Ναοῦ, του Αγίου Νικολάου) τῷ 1972 ὑπό τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἁγίας Τριάδος, εὑρέθη ἐγχάρακτος ἐπιγραφή ἐπί πωρολιθίνης πλακός 43Χ341/2 ἑκατ. περίπου. Ἀναφέρεται εἰς «ἐπιδιορθώσεις» τοῦ Ναοῦ κατά τά ἔτη 1734, 1892, 1904 καί 1924. Δικρίνονται τα ὀνόματα: Κωνσταντίνου Περδικάρη καί Κ.Ι.Χ. Κουνενός». Ἡαναθηματική αυτή πλάκα και η αποκρυπτογράφησής της έχουν ως εξής:
Η ανάγνωση αυτή, οπωσδήποτε είναι ελλιπής. Θα πρέπει οπωσδήποτε να την έχει δει ειδικός επιγραφολόγος, αλλά επειδή τότε ήταν αδύνατον σ’ εμάς, θεωρήσαμε φρονιμότερο να τοποθετήσομε την επιγραφή αυτή εντός σιδηρού πλαισίου για να διασωθεί και την τοποθετήσαμε μπαίνοντας στον Ναό αριστερά. Τα περαιτέρω τα αφήσαμε στο επόμενο Εκκλησιαστικό Συμβούλιο της Ενορίας του Αγίου Γεωργίου, στο οποίο παραχωρήσαμε το Προσκύνημα, γενομένης νέας αυτοτελούς Ενορίας.
Μετά, όταν επισκεφθήκαμε τον Ναό, τον μεθεπόμενο χρόνο της εορτής του Αγίου (τον επόμενο ήταν εκεί), η επιγραφή έλλειπε. Ρωτήσαμε τους Εφημερίους και τα μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, αλλ’ ουδείς μας είπε τί έγινε. Τις αοριστολογίες που μας είπαν τις θεωρούμε ως ανάξιες λόγου υπεκφυγές, ακόμη και να τις αναφέρομε.
Αλλά, όπως λέει ο σοφός λαός μας, «Η αλήθεια δεν φωνάζει· περιμένει, κι όταν έρθει η ώρα της, μιλά πιο δυνατά από όλους». Η αλήθεια δεν κρύβεται, ούτε ο Θεός το θέλει ούτε οι άνθρωποι. Μπορεί να περάσει καιρός, πολλές φορές και αρκετά χρόνια, αλλά οι αλήθειες, κυρίως, που αφορούν εκείνα που έχουν σχέση με τους Αγίους και την Εκκλησία και σκοπόν έχουν να διαφωτίσουν και να διαπαιδαγωγήσουν τον λαόν, αργά ή γρήγορα θα φανερωθούν.
Έτσι έγινε και στην περίπτωσή μας. Προχθές, μετά τον εσπερινό του Αγίου Ανδρέου «άνθρωπός τις» αναπάντεχα μας πληροφόρησε, ότι η ενεπίγραφος πλάκα του είχαμε παραδώσει στο τότε Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, όπως γράφομε στο βιβλίο μας, βρέθηκε στον χώρο του κελιού του ναού του Αγίου Νκολάου. Η πίστη και η ελπίδα που διατηρούσαμε πάντοτε στην καρδιά μας επιβεβαιώθηκαν. Και φανερώθηκαν την χρονική περίοδο που ο Άγιος έκρινε. Γιατί ήρθε να δέσει με την παρακάτω διήγηση, που ένας ευλογημένος συμπολίτης μας, μας είχε καταθέσει από πέρυσι εξομολογητικά.
Η άπειρη ευχαριστία μας ανήκει στον αγαπημένο μας Άγιο Νικόλαο για την φανέρωση της επιγραφής, καθώς και η γλυκύτητα των λογισμών μας προς όλους τους Εφημερίους και τα Εκκλησιαστικά Συμβούλια της Ενορίας του Αγίου Γεωργίου. Όταν οι Άγιοι μιλούν με τον τρόπο τους, εμείς σωπαίνομε και ευχαριστούμε. «Η αλήθεια βαδίζει αργά, μα όταν φτάσει, κανείς δεν μπορεί να την προσπεράσει».
Και τώρα παραθέτομε αυτούσιο απομαγνητοφωνημένο το ιστορικό ντοκουμέντο, όπως μας το διηγήθηκε ο φίλος μας και φίλος της Εκκλησίας κ. Ιωάννης Μαρνέλλος και το καταγράψαμε. Η ηχογράφηση έγινε στην οικίαν μας, την 2ην Νοεμβρίου του έτους 2024.
«Η μητέρα μου μου ήταν εγγονή του Κωστή του Κουνενού ο οποίος στην τουρκοκρατία ήταν στον αγά που έμενε στο Κατσίκι υπασπιστής του, τον οποίο είχε ορίσει για να εισπράττει φόρους από τους χριστιανούς. Τον αγαπούσε πάρα πολύ … ήταν ένας γεροντάκος ο αγάς1 (από ό,τι έλεγε η μάνα μου) και του έλεγε –“πώς τα καταφέρνεις μωρέ Κωνσταντή μ’ αυτούς τους γκιαούρηδες και όλοι σου δίνουν τα πεσκέσα χωρίς να τους απειλείς; Του λέει –“αγά μου, το ψωμί τρώγεται πιο καλά με το μέλι, όχι με το ξίδι”. –Ναι “μωρέ, πολλά κατέχεις εσύ Κωνσταντή”, έλεγε ο αγάς.
Ο προπάππους μου αυτός ο “Σέγκης”2 (έτσι τον είχανε ονομάσει τότε), είχε την εύνοια, του τότε αγά εκεί …
Κάποια μέρα ήρθε ένας βοσκός ο οποίος έβοσκε τα οζά του κάτω στο “Νησί” εκεί στην χερσόνησο (στον Όρμο). Και του λέει, –“βρε Κωνσταντή, σήμερο πέρασα μέσα στο δάσος και είδα εκειά ένα κτήριο και ήταν σαν εκκλησία”. Δεν την ήξερε κανένας. Και του λέει –“δεν πας να δεις ήντα ’ναι, για δεν κατέ(χ)ω (από) τέτοια πράματα;”. Επήγε, λοιπόν, ο προπάππους μου και βρήκε αυτή την εκκλησία, όπως ήτανε, με μία πόρτα η οποία ήταν με αγριόξυλα φτιαγμένη, σαν φράχτης (όχι κανονική πόρτα). Εμπήκε μέσα είδε τοιχογραφίες … Εκατάλαβε, λοιπόν, πως είναι κάποιος άγιος. Δεν ήξερε, όμως, ποιός ήταν αυτός ο άγιος. Το κοινωνιολογήσανε εκεί στην γειτονιά και μερικοί του είπαν: –“Κωστή, δεν λες εκεί του αγά που τα έχεις καλά, να μας επιτρέψει να πάμε να το φτιάξουμε το μοναστήρι, την εκκλησία, να δούμε και τι είναι;”.
Επήγε, λοιπόν, στον αγά και του λέει, –“βρήκαμε εκεί κάτω μια εκκλησά, εσένα θα σου φανεί παράξενο, αλλά θέλω να την φτιάξουμε μια ολιά”. Λέει ο αγάς –“και ήντα θέλεις από μένα;”. Λέει ο Κωνσταντής, –“από το κελάρι, να μου δώσεις δυο τρία πράγματα, τρόφιμα, να τα δώσω στους ανθρώπους που θα δουλέψουνε” (έτσι πληρωνόντουσαν οι άνθρωποι, με ανταλλαγή τροφίμων). Και πήρε δυο τρεις ανθρώπους, επήγανε εκεί, την ξεκινήσανε, και έλεγαν –“ποιός είναι αυτός ο Άγιος;” δεν ξέρανε. “Θα μπει κάποιος ιερωμένος κάποια στιγμή να καταλάβει ποιός είναι …” λέγανε.
Λοιπόν, ο αγάς αρρώστησε τις μέρες αυτές και είχε “χάσει” τον υπασπιστή του κατά κάποιο τρόπο (γιατί) ήταν όλη μέρα εκεί (στην εκκλησία). Και κάποια στιγμή εφανερώθηκε. Του λέει –“πού είσαι βρε Κωνσταντή και καίγομαι στον πυρετό;”. Λέει, –“ήντα να σου κάνω αγά μου; Να σου πάρω βεντούζες, να σε τρίψω, ήντα να σου κάνω;”. –“Όϊ, μωρέ, παρακαλώ τον εδικό μου (δηλαδή, θεό), αλλά δεν μου κάνει πράμα …δεν παρακαλείς τον Εδικό σας, μπας και γίνει πράμα;”. –“Όπως θες αγά μου”.
Επήγε λοιπόν ο Κωνσταντής και είπε –“Άγιέ άγνωστέ μου, όποιος κι αν είσαι δώσε και σ’ αυτόν τον … άπιστο εν πάση περιπτώσει, την υγειά του”. Ο αγάς εγίνηκε σε δυο μέρες καλά3. Επέσαν οι πυρετοί, επέσαν όλα … Του λέει, –“βρε συ, εγίνηκα καλά ντελόγο, ίδια πως ήρθε μια δροσεράδα στην μούρη μου. Πότε θα πάμε εκεί κάτω;”.
Επήγανε, λοιπόν, κάτω (στην εκκλησία) και στένεται ο αγάς στην μέση-μέση. Εξάνοιγε την εικόνα του Αγίου (Νικολάου). Και γυρίζει και του λέει: “Βρε συ Κωνσταντή, ετουτοσές είναι μεγάλος παπάς … και είναι μωρέ ήρεμος, δεν είναι σαν κι εσάς … πονηρός! Αυτός είναι ήρεμος … και καλός. Να τον αγαπάτε μωρέ. Σας επιτρέπω να τον αγαπάτε …”΄. Λέει, –“να φέρομε έναν ρασοφόρο να μας πει ποιός είναι για δεν κατέχομε ποιός είναι …”.
Και μάθανε λοιπόν ότι στο Λασίθι υπήρχε ένας «γούμενος» – δεν υπήρχανε παπάδες, τους είχανε καταργήσει στην τουρκοκρατία (το 1850 κάπου εκεί). Πήγαν και τον εβρήκανε. Λέει, αύριο πού θα πάμε εκειά κάτω, να πάρομε και (μια) ολιά με τα ασκιά νερό να το πάμε εκεί γιατί δεξαμενή δεν υπήρχε. Λέει, να το πάρομε. Εφορτώσανε στο μουλάρι το ασκί το νερό και φτάνουνε και θωρούνε ένα θεμέλιο χτισμένο εκεί γύρω-γύρω και στην μέση ένας λάκος και είχενε νερό. Και λέει, –“τουτοσές ο άγιος θέλει να κάνουμε επαέ στέρνα”. Έτσι έγινε η στέρνα4. Ο ηγούμενος, καλόγερος, λέει ότι “αυτός είναι ο Άγιος Νικόλαος!”.
Αυτή ήταν η πρώτη επισκευή-συντήρηση, αυτού του κτίσματος (και η ονομασία) ο Άγιος Νικόλαος. Χτίσανε και την στέρνα, την θολιάσανε, εφέρανε και το νερό. Σοβαντήσανε με αστράκι … Ο αγάς δεν μιλούσε για το περιεχόμενο αυτού του αγίου … Ό,τι κι αν ήκανε ο προπάππους μου δεν του έλεγε όχι. –“Πήγαινε κάνε ό,τι θες Κωνσταντή εκειά, στην δούλεψή μου είσαι εντάξει” …………..
Εκάθουταν, λοιπόν, στο Κατσίκι ο αγάς μια φορά απ’ όξω στην χαρουπιά, και ήταν ο προπάππους μου εκεί και του λέει –“μπρέ Κωνσταντή, αϊ αϊ, ξάνοιξε μωρέ εκεί κάτω ήντα γαλήνη έχει ο τόπος τούνοσάς …”. Λέει, –“γαλήνεψε αγά μου με την εκκλησία …”.

Μέχρι τότε στην περιοχή δεν υπήρχε η ονομασία “Άγιος Νικόλαος”. Ήταν διάσπαρτα κτίσματα, τα οποία ήταν μερικά στο Μύλο, ένα-δυο στα Αράπικα, επαέ προς την πλατεία στα Στεφανιανά ένα-δυό, και από πέρα στην Κιτροπλατεία, ένα-δυό. Ο καθένας λοιπόν, έλεγε “πού κάθεσε εσύ;”, ο ένας έλεγε από εδώ, ο άλλος έλεγε από ’κεί … ο άλλος από τον Μύλο (είχε έναν μύλο εκεί πάνω) … Κιτροπλατεία, γιατί είχε ένα πλατεάκι εκεί χάμε … ο άλλος στην στέρνα στα Κατσίκια … Κάποια στιγμή, ονοματίστηκε ο Άγιος Νικόλαος “Μαντράκι”, επειδή υπήρχανε βοσκοί οι οποίοι βόσκανε εδώ στον πέρα κάμπο τα οζά και είχανε μια μάντρα στην πλατεία. Η οποία μάντρα μετά έγινε και κρεοπωλείο. Όταν λοιπόν έγινε αυτή η σύγχυση μεταξύ των ανθρώπων για να μην μπερδεύονται από εδώ και από εκεί, είπαν, ας πούμε ότι είμαστε από τον Άγιο Νικόλαο όλοι. Κι έτσι ονοματίστηκε η περιοχή “Άγιος Νικόλαος”5. Αυτή είναι η ονομασία του Αγίου Νικολάου.
Αυτή η εκκλησία ξανά επισκευάστηκε, πάλι με τον προπάππου μου και υπήρχε και μια πλάκα χαραγμένη, την είδα κάπου γραμμένη την πλάκα αυτή και αναφέρει το όνομά του επάνω και την χρονολογία που έγινε εκείνη η ανακαίνιση.
Η μάνα μου, σαν προπάππους της αυτός, είχενε αδυναμία στην μάνα της (την γιαγιά μου), επειδή εξαιτίας του ετυφλώθηκε από το ένα μάτι από την φοράδα που του είχε δώσει ο αγάς για να πηγαίνει γύρω-γύρω. Μια μέρα πήγε να της βάλει το χαλινάρι και αγρίεψε η φοράδα και ήσυρε την γιαγιά μου σε μια άγρια αμυγδαλιά της και της τραυμάτισε το μάτι. Και ένιωθε τύψεις ο άνθρωπος, και την αγαπούσε περίσσια από τα άλλα του τα παιδιά, τον Μάρκο, τον Γιάννη τον Κουνενό …
Αυτές τις ιστορίες τις είχα ακούσει από την μάνα μου πάμπολλες φορές και μέχρι που τέλειωσα και το δημοτικό που πηγαίναμε έξω στα χωράφια να βόσκουμε τα ζώα και με έπαιρνε στην ποδιά της και της ζητούσα να μου πει μια ιστορία, και μου έλεγε συνέχεια αυτά τα πράγματα … Όταν μεγαλώσαμε και μείναμε στα Λακώνια, το σπίτι μας, το παράθυρό μας όταν ανοίγαμε, έβλεπε κατευθείαν τον Άγιο Νικόλαο τον κοιμητηριακό ναό. Αυτός ήταν ο προστάτης άγιος στο σπίτι μας. Σαν μαθητής του γυμνασίου που ερχόμουν με τα πόδια ξυπόλυτος, ποτέ δεν πέρασα και να μην βγάλω το καπέλο, να κάνω τον σταυρό μου σε απόσταση απoύ τον έβλεπα τον Άγιο Νικόλαο. Για μένα αυτός ήταν ο προστάτης μου και είναι.
Αυτός, λοιπόν, ο σεβασμός από έναν Τούρκο αγά σ’ αυτόν τον άγιο (δείχνει ότι) θα πρέπει κι εμείς να τον σεβαστούμε σήμερα…..»
Αυτά είχε την καλοσύνη να καταθέσει στο επιτραχήλιό μας και δι’ ημών στον αγαπητό λαόν του Αγίου Νικολάου ο δισέγγονος του Κωνσταντίνου Κουνενού κ. Ιωάννης Μαρνέλλος, συν/χος υπομηχανικός, καταγόμενος από τα Έξω Λακώνια και κάτοικος Αγίου Νικολάου, εκλεκτός φίλος και, προπαντός, φίλος της Εκκλησίας. Ας ευχηθούμε να συντελέσουν και αυτά στη στερέωση της πίστεώς μας προς τον προστάτη μας Άγιο Νικόλαος, τον οποίον επικαλούμεθα σε κάθε δύσκολη περίπτωση της ζωής μας. Και ευχόμεθα σε όλους τους Αγιονικολιώτες και τους εγγύς και τους μακράν να έχουν πάντοτε αναφαίρετη τη χάρη και την ευλογία του Αγίου. Να πρεσβεύει στον παντοδύναμο Τριαδικό μας Θεό να μας σώζει από τις φουρτούνες του βίου και τις εσωτερικές τρικυμίες των καρδιών μας, και να θυμόμαστε πάντοτε ότι: «όταν εμείς ειρηνεύομε με την ψυχή μας», όπως λέει ο Άγιος Σεραφείμ του Σαρώφ, «χίλιοι άνθρωποι θα έλθουν να ειρηνεύσουν μαζί μας».
π. Ευάγγελος Παχυγιαννάκης
1. Η διήγηση αυτή αν και δεν υποστηρίζεται βιβλιογραφικά, ότι υπήρξε Τούρκος Διοικητής στο Κατσίκι, είναι πιθανή η ύπαρξη Τούρκου αγά εκεί, διορισμένου από τον Τούρκο Διοικητή της περιοχής, λόγω της στρατηγικής θέσεως του οικισμού.
2. Σεγκής. Είναι τούρκικη λέξη και υποδηλώνει τίτλο. Seyis είναι ο προσωπικός, σημαντικός υπηρέτης, ο ιπποκόμος, αυτός που φροντίζει το αφεντικό του.
3. Η όλη διήγηση του κ. Μαρνέλλου κρίνεται αληθής αν σκεφθεί κανείς τη σχέση που υπήρχε μεταξύ Χριστιανών και Μουσουλμάνων. Πολλοί Μουσουλμάνοι, ακόμη και σήμερα τρέχουν στους Αγίους της πίστεώς μας να πάρουν την ευλογία τους. Στην κορυφή του νότιου λόφου του πανέμορφου νησιού της Πριγκήπου, δεσπόζει η Μονή του Αγίου Γεωργίου του Κουδουνά.
Οι Τούρκοι που συνωστίζονται περιμένοντας υπομονετικά για ώρες, ώσπου να έρθει η σειρά τους να προσκυνήσουν, εξηγούν την παρουσία τους εκεί λέγοντας: “Ο Άγιος δεν ξεχωρίζει Ρωμιούς κι αλλόθρησκους, όλους τους νοιάζεται και τους φροντίζει”.
4. Μας παρέχεται η πληροφορία πότε και από ποιόν κτίστηκε η εφαπτόμενη στον Ναό δεξαμενή (στέρνα) συλλογής των ομβρίων υδάτων.
5. Επίσης μας παρέχεται και μια άλλη εκδοχή για την ονομασία της πόλεως, και του τοπωνυμίου «Μαντράκι».