Ο Άγιος Δημήτριος
(Μια αγιογραφία του Αγίου, που ή την αγνοούνε ή την παραποιούνε πολλοί)

Ευαγγέλου Παχυγαννάκη, Πρωτοπρ. Του Οικουμεν. Θρόνου)

Ο Άγιος Δημήτριος, μαζί με τον Άγιο Γεώργιο αποτελούν τους δύο πολυαγάπητους αγίους του λαού, που τους έχει τοποθετήσει φίλους και προστάτες του σε κάθε δύσκολη στιγμή της ζωής του, στο προσκυνητάρι της καρδιάς του.

Η εορτή του Αγίου Δημητρίου έχει μια ζεστασιά κοινωνικής συγκέντρωσης ή αυτοσυγκέντρωσης, σε σχέση με την εκρηκτική ανοιξιάτικη εορτή του Αγίου Γεωργίου, που σκορπίζει τους ανθρώπους στην ύπαιθρο να χαρούνε την ομορφιά της φύσεως. Και οι δύο στέκουν φρουροί στα πρόθυρα ο μεν του θέρους ο δε του χειμώνα, και «σημειώνουν διά τῆς ἐπιτολῆς τους (ἐπιτολή=ἐμφάνιση ἑνός ἀτεριοῦ), ὡς ἄλλοι ἀστέρες σελασφόροι (=πού φέρνουν το φῶς) τήν περίοδον τῶν ὀρεινῶν καί πεδινῶν νομῶν και καταβλισμῶν διά τούς ποιμενας», όπως γράφει ο Παπαδιαμάντης.

Ιδιαίτερα ο Άγιος Δημήτριος είναι ο προστάτης της Μακεδονίας, «ο μέγας φρουρός της Θεσσαλονίκης, ο ρύστης εν τοις κινδύνοις, ο εξαίρετος πρόμαχος και κράτιστος» στρατηλάτης.

Στη συνείδηση των πιστών ο Άγιος Δημήτριος δεν είναι μόνο, κατά τον υμνωδό, «κρηπίς ἀκατάβλητος καί θεμέλιος ἄρρηκτος καί πολιοῦχος, οἰκιστής καί ὑπέρμαχος» της πόλεως της Θεσσαλονίκης και «ἐν πολλοῖς καί πολλάκις κινδύνοις χαλεποῖς τῶν Θεσσαλονικέων προϊστάμενος», αλλά και ο μέγας υπέρμαχος των εν κινδύνοις όλης της οικουμένης. Ιδιαίτερα στο πρόσωπό του η Θεσσαλονίκη βλέπει πάντοτε τον προστάτη της, το στήριγμά της, τον ελευθερωτή της.

Σε μια, λοιπόν, εικόνα του Αγίου Δημητρίου, εικονίζεται ο Άγιος να σκοτώνει έναν άνθρωπο. Ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος και γιατί ο Άγιος  τον σκοτώνει; Οι περισσότεροι νομίζουν ότι ο άνθρωπος αυτός είναι ο γι-γαντιαίος Λυαίος, αυτό όμως το γεγονός δεν αναφέρεται στον Άγιο Δημήτριο και στον Λυαίο, αλλά στον μαθητή του Αγίου Δημητρίου Νέστορα, τον οποίον «ἐν τῷ σταδίῳ θαρρύνας (ο Δημήτριος) τοῦ Λυαίου καθῆλε την δύναμιν». Στην πραγματικότητα, στην εικόνα αυτή ο Άγιος Δημήτριος παρουσιάζεται καβαλάρης με στρατιωτική στολή πάνω σε κόκκινο άλογο, «φονεύοντας» με το δόρυ του τον πολεμοχαρή τσάρο των Βουλγάρων Σκυλογιάννη. Πρόκειται για το θαύμα που έγινε τον Οκτώβριο του 1207 έξω από τα τείχη της Θεσσαλονίκης. Ο τσάρος των Βουλγάρων Ιωαννίτζης που οι Βυζαντινοί αποκαλούσαν Σκυλογιάννη, φονεύτηκε κατά την παράδοση με επέμβαση του Αγίου Δημητρίου, όταν εκείνος πολιορκούσε την Θεσσαλονίκη.

Ο Γεώργιος Ακροπολίτης, ιστορικός του 13ου αιώνα, αναφέρει για τον τσάρο Ιωαννίτζη τα παρακάτω: «Αυτός λοιπόν ο Ιωάννης, αφού ανακηρύχθηκε βασιλιάς των Βουλγάρων, έγινε αίτιος μεγάλων κακών εις βάρος των Ρωμηών/Βυζαντινών».  Αναφέρει επίσης ότι με όλες αυτές τις καταστροφές: «παίρνει εκδίκηση για τα κακά που προξένησε στους Βουλγάρους ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β΄, και ότι όπως εκείνον αποκαλούσαν Βουλγαροκτόνο, έτσι και ο ίδιος θα ονομαζόταν Ρωμαιοκτόνος». Το τέλος όμως του Ιωαννίτζη δεν άργησε να έρθει, ένα χρόνο μετά το 1207 και ενώ ήταν έτοιμος να εισβάλει στη Θεσσαλονίκη, αρρωσταίνει από πλευρίτιδα και πεθαίνει αιφνιδίως. Η παράδοση αυτή, όπως αναφέρει ο Γουρίδης καθώς και άλλοι λόγιοι και λαογράφοι του Διδυμοτείχου, ισχύει και για το Διδυμότειχο, γιατί βλέπουμε αποτυπωμένη στη μαρμάρινη ανάγλυφη εικόνα που υπάρχει στο προσκυνητάρι του Αγίου Δημητρίου επάνω στο κάστρο (του Διδυμοτείχου). Ως παράδοση λοιπόν διατηρήθηκε από στόμα σε στόμα και επικράτησε μέχρι σήμερα, και, κατά κάποιο τρόπο, συνδέει την συμβουλεύουσα Θεσσαλονίκη του Μυροβλύτη Αγίου με το Βυζαντινό/Ρωμαίικο και αυτοκρατορικό Διδυμότειχο. Συνεπώς ο Άγιος Δημήτριος δεν σκότωσε με τα όπλα του τον Σκυλογιάννη, αλλά ο θάνατός του αποδόθηκε σε θεία παρέμβαση, που σταμάτησε τους κατακτητικούς πολέμους του, με τη μεσιτεία του Αγίου Δημητρίου.

Από τότε και μετά σε πολλές εικόνες του Αγίου υπάρχει η ερμηνεία ότι, ο άνδρας που λογχίζει ο άγιος Δημήτριος είναι ο Βούλγαρος Τσάρος Ιωαννίτζης ή Σκυλογιάννης. Το γεγονός αυτό μας το αποδίδει με το δικό του ξεχωριστό τρόπο ο μεγάλος Θεσσαλονικιός λογοτέχνης και ποιητής Νικόλαος Γαβριήλ Πεντζίκης, στο ποίημά του «Συμβάν», όπου γράφει :

«Σε χρωματουργίες από την πολυκαιρία
στους τοίχους μισόσβηστες
η Ορθόδοξη Χριστιανική Εποποιία αρχινούσε
απ΄ το Νάρθηκα, παν’ απόναν σωρό ρόβη στη γωνιά
και την ξεχασμένη μπούκλα του τσομπάνη,
παριστάνοντας αριστερά στον τοίχο,
στον κυρίως ναό, έναν έφιππο.

Από το κόκκινο τ΄ άτι του ευθύς γνώρισαν
τον Άγιο Δημήτριο.

Διαβάζοντας όμως «ΣΚΥΛΟΓΙΑΝΝΗΣ», δίπλα
στην πεσμένη μορφή,
που την υποτάσσει τρυπώντας την με το κοντάρι του
ο Μυροβλήτης,
απόρεσαν, γιατ΄ ήξεραν πως με τον Λυαίο
η νίκη του Αγίου σχετίζεται».

(Νίκος-Γαβριήλ Πεντζίκης «Ποιήματα (Παλαιοντολογικά)», Αγροτικές Συνεταιριστικές      Εκδόσεις Α.Ε. σελ 24).

Το παράδοξο είναι ότι το βουλγαρικό έθνος τίμησε πολύ τον Άγιο Δημήτριο. Τον θεώρησε προστάτη του και εμψυχωτή του κατά την Τουρκοκρατία, και μάλιστα η βουλγαρική βιογραφία του αναφέρει, κάνοντας αναχρονισμό, πως ο πατέρας του ήταν Βούλγαρος. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, για το πώς και οι ίδιοι οι Βούλγαροι έβλεπαν τον Σκυλογιάννη, γι’ αυτό τίμησαν και «βουλγαροποίησαν» (οικειο-ποιήθηκαν) τον Άγιο που, κατά τους Βυζαντινούς, έβαλε τέρμα στη βασιλεία του δικού τους βασιλιά.

Οι Άγιοι, όμως, δεν σκοτώνουν ανθρώπους, το κακό που φωλιάζει μέσα τους σκοτώνουν. Απλά βοηθούν τους ανθρώπους να καταλάβουν ότι τη ζωή δεν έχουν δικαίωμα να την στερήσουν από τους συνανθρώπους τους, γι’ αυτό βρίσκουν διάφορους τρόπους (αρρώστιες, φτώχεια και άλλες μη θανάσιμες συμφορές), για να τους φρονηματίσουν και να αλλάξουν διάθεση. Έτσι έγινε, προφανώς, και στην περίπτωση του Αγίου μας. Ο Σκυλογιάννης πέθανε από πλευρίτιδα, αλλά ο θάνατός του αποδόθηκε σε θεία δίκη. Σε ιστορικό κείμενό του ο Σταυράκιος (Βυζαντινός αξιωματούχος του β’ μισού του 9ου αιώνα), αναφέρεται σε όραμα, όπου ο Άγιος εμφανίστηκε να ρίχνει το κοντάρι του στον σκληρό πολιορκητή, για να σώσει το λαό της πόλης του.

Επ’ ευκαιρίᾳ της εορτής του Αγίου Δημητρίου θα αναφέρομε μερικά σχόλια για το πώς ζωγραφίζονται οι στρατιωτικοί Άγιοι στην ορθόδοξη αγιογραφία, ο Άγιος Δημήτριος, όπως και ο Άγιος Γεώργιος, οι Άγιοι Θεόδωροι Τήρων και Στρατηλάτης, ο Άγιος Ευστάθιος, ο Άγιος Φανούριος και πλήθος άλλων Αγίων. Η εικονογραφία δεν αποδίδει μεγάλη σημασία στη στρατιωτική τους ιδιότητα. Οι καλλιτέχνες προτιμούσαν να τους απεικονίζουν όρθιους με στολές αξιωματούχων, αποτελούμενες από μακρύ χιτώνα και χλαμύδα με ταβλίον που αποκάλυπτε τον βαθμό τους όπως π.χ. στα ψηφιδωτά της εκκλησίας του Αγίου Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη. «Ταβλίον» είναι διακοσμητικό τμήμα του ιματίου, που απαντά κυρίως σε μορφές αρχόντων, αυτοκρατόρων και αξιωματούχων και προέρχεται από την ύστερη ρωμαϊκή και βυζαντινή ενδυμασία. Στην αγιογραφία δεν είναι απλά διακόσμηση, αλλά σύμβολο τιμής και εξουσίας που διατηρεί την παράδοση της βυζαντινής αυτοκρατορικής ενδυμασίας.

Οι εικόνες των εφίππων Αγίων έρχονται αργότερα και προέρχονται από την αυτοκρατορική θριαμβευτική εικονογραφία και αρχίζουν να ζωγραφίζονται καβαλάρηδες από τον 9ο – 10ο αιώνα, με αφετηρία την Κωνσταντινούπολη και γενικά την Ανατολή, και η παράσταση παγιώνεται από τον 11ο αιώνα και εξής. Η κατάσταση δηλαδή άλλαξε ριζικά μόνο με την άνοδο της στρατιωτικής αριστοκρατίας, την εποχή της δυναστείας των Μακεδόνων και των Κομνηνών. Η νέα αυτοκρατορική ελίτ επέλεξε τους προστάτες της μεταξύ των στρατιωτικών αγίων, ανάγοντας τον Άγιο Δημήτριο από τοπικό Άγιο σε προστάτη του κράτους.

Στην αυγή του 11ου αι., οι καλλιτέχνες άρχισαν να εισάγουν νέες μορφές δανεισμένες από τον οπλισμό πραγματικών στρατιωτών. Ένα ακόμη «δάνειο» από τον πραγματικό κόσμο είναι ο τρόπος με τον οποίο παρουσιαζόταν ο εξοπλισμός των εφίππων. Η τεχνική της ιππασίας άλλαξε ριζικά μετά την εφεύρεση  των αναβολέων επί βασιλείας του Μαυρίκιου και, κατά την περίοδο που ακολούθησε την Εικονομαχία, οι στρατιωτικοί άγιοι απεικονίζονταν συστηματικά να ιππεύουν ευθυτενείς, καθισμένοι σε ψηλή σέλα με αναβολείς.

Άλλο στοιχείο της στρατιωτικής ενδυμασίας που συνδέεται με την ιππασία ήταν ένας μακρύς χιτώνας, ο ονομαζόμενος «Καβάδιον» (ο όρος εμφανίζεται για να δηλώσει είδος στιχάριου ή απλού υποκαμίσου στρατιωτών, κληρικών και μοναχών,  που φοριόταν κάτω από τον θώρακα και είχε άνοιγμα στη μέση για να ανεβαίνουν ευκολότερα στο άλογο.

Εν κατακλείδι, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι μολονότι οι Βυζαντινοί κληρονόμησαν από την Αρχαία Ρώμη ένα ήδη διαμορφωμένο μοντέλο του ιδανικού πάνοπλου αξιωματικού, το ανέπτυξαν και του προσέδωσαν νέα νοήματα.            

Κάναμε την αναφορά αυτή στην ορθόδοξη αγιογραφία για να τονίσομε, ότι προτιμότερον είναι οι εικόνες των Αγίων στρατιωτών που προσφέρομε στους ναούς να είναι όχι επάνω σε άλογα, αλλά ολόσωμοι ή μπούστο με στρατιωτική φορεσιά.

Facebook Comments

Από giorgos

104fm.gr