
Μια διεπιστημονική ομάδα ερευνητών του Ινστιτούτου Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας (Εργαστήριο Αρχαίου DNA, ΙΜΒΒ) του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας (ΙΤΕ), σε συνεργασία με ειδικούς από ποικίλα επιστημονικά πεδία, ρίχνει φως σε ένα από τα πιο συναρπαστικά κεφάλαια της αρχαιότητας: τον αρχαίο ελληνικό αποικισμό.
Η μελέτη τους, στο πλαίσιο του έργου «αποικία», με τίτλο «Γενετικές σχέσεις μεταξύ της αρχαίας ελληνικής αποικίας της Αμβρακίας και της μητρόπολής της», δημοσιεύθηκε στο κορυφαίο επιστημονικό περιοδικό Genome Biology και αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο η ανθρώπινη κινητικότητα διαμόρφωσε τον αρχαίο ελληνικό κόσμο.
Κατά τη διάρκεια της πρώτης χιλιετίας π.Χ., η Κόρινθος αναδείχθηκε σε κυρίαρχη ναυτική και εμπορική δύναμη, ιδρύοντας ένα εκτεταμένο δίκτυο αποικιών που συνέδεε τη νότια Ελλάδα με την Ήπειρο και εκτεινόταν έως τις ανατολικές ακτές της Αδριατικής.
Η Αμβρακία —η σημερινή Άρτα στην Ήπειρο— ιδρύθηκε στο δεύτερο μισό του 7ου αιώνα π.Χ. και σύντομα κατέλαβε εξέχουσα θέση ανάμεσα στις σημαντικότερες αποικίες της Κορίνθου, αποτελώντας μια πόλη άρρηκτα συνδεδεμένη με τη μητρόπολή της, μέσω στενών πολιτικών, οικονομικών και πολιτισμικών αλληλεπιδράσεων. Κι όμως, ενώ η αρχαιολογική και η ιστορική έρευνα έχουν φωτίσει σε βάθος αυτές τις σχέσεις, οι βιολογικοί δεσμοί που συνέδεαν τους Κορινθίους με τους τοπικούς πληθυσμούς παρέμεναν έως πρόσφατα σε μεγάλο βαθμό αθέατοι.
Ο αρχαίος ελληνικός αποικισμός υπήρξε ένα σύνθετο ανθρώπινο φαινόμενο διαπραγμάτευσης, ενσωμάτωσης και αδιάκοπης προσαρμογής.Προκειμένου να αναδειχθεί η ανθρώπινη διάστασή του, οι ερευνητές στράφηκαν στη μελέτη αρχαίου DNA (aDNA) από ανθρώπινα κατάλοιπα, εφαρμόζοντας σύγχρονες μεθόδους πληθυσμιακής γονιδιωματικής για τη διαχρονική ανασύσταση της γενετικής ιστορίας της Αμβρακίας. Στόχος των ερευνητών ήταν να κατανοήσουν τους μηχανισμούς ίδρυσης της αποικίας και την περαιτέρω εξέλιξή της.
Τα αποτελέσματα της μελέτης ανέδειξαν ένα πλούσιο και σύνθετο γενετικό τοπίο. Η νεοϊδρυθείσα Αρχαϊκή Αμβρακία φαίνεται να αντλεί τη γενετική της καταγωγή κυρίως από μία βασική «γενετική δεξαμενή», η οποία συνδέεται με την περιοχή της Κορίνθου και αντανακλάται στον αρχαϊκό πληθυσμό της Τενέας. Το εύρημα αυτό ενισχύει την εικόνα μιας αποικίας που, κατά την ίδρυσή της, διαμορφώθηκε σε μεγάλο βαθμό από ανθρώπους προερχόμενους από τη μητρόπολη.
Αντίθετα, η συμβολή του προϋπάρχοντος τοπικού πληθυσμού της Ύστερης Εποχής του Χαλκού (1350–1200 π.Χ.), ο οποίος εκπροσωπείται από τη γειτονική θέση του Αμμοτόπου, δεν ανιχνεύεται στα γενετικά δεδομένα της Αρχαϊκής περιόδου. Με άλλα λόγια, ο Αμμότοπος δεν φαίνεται να διαδραμάτισε ουσιαστικό ρόλο στη διαμόρφωση της γενετικής φυσιογνωμίας της νέας πόλης στα πρώτα στάδια της ιστορίας της.
Στις περιόδους που ακολούθησαν, δηλαδή την Κλασική (479–323 π.Χ.) και την Ελληνιστική (323–31 π.Χ.), παρατηρούνται μόνο ήπιες γενετικές μεταβολές. Το γεγονός αυτό υποδηλώνει αξιοσημείωτη τοπική γενετική συνέχεια μέσα στον χρόνο, με τον πληθυσμό να διατηρεί μια σταθερή ταυτότητα παρά τις ιστορικές εξελίξεις.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι ισχυρότεροι γενετικοί δεσμοί μεταξύ Αμβρακίας και Κορίνθου εντοπίζονται ακριβώς στην περίοδο της ίδρυσης της αποικίας, όταν η μετανάστευση από τη μητρόπολη είχε καθοριστικό ρόλο. Με την πάροδο του χρόνου, η άμεση αυτή επιρροή εξασθενεί σταδιακά, χωρίς όμως να χάνεται η διακριτή γενετική φυσιογνωμία της πόλης, η οποία παραμένει αναγνωρίσιμη έως και την Ελληνιστική εποχή.
Οι ανασκαφικές έρευνες στα νεκροταφεία της Αμβρακίας συμπληρώνουν ουσιαστικά την εικόνα αυτή, αποκαλύπτοντας στενές οικογενειακές σχέσεις μεταξύ γειτονικών τάφων. Τα δεδομένα αυτά προσφέρουν σπάνιες και πολύτιμες ενδείξεις για τους κοινωνικούς δεσμούς που συνέδεαν τους ανθρώπους της πόλης, όχι μόνο στον ίδιο χώρο αλλά και διαχρονικά.
Συνολικά, τα ευρήματα αυτά μετασχηματίζουν την κατανόησή μας για τον ελληνικό αποικισμό. Η μελέτη αυτή αναδεικνύει τον παράλληλο δρόμο της βιολογίας και του πολιτισμού, ταξιδεύοντας διαχρονικά, φωτίζοντας αθόρυβα την πλούσια, αλλά ανεξίτηλη ανθρώπινη ιστορία που υφαίνεται πίσω από ένα από τα σπουδαιότερα αποικιακά δίκτυα της αρχαίας Μεσογείου.
Το έργο χρηματοδοτήθηκε από τη ΔΡΑΣΗ ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΜΒΕΛΕΙΑΣ: «Ανοιχτή Καινοτομία στον Πολιτισμό», «ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ & ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑ» (ΕΠΑνΕΚ), ΕΣΠΑ 2014-2020. Σύνδεσμος στη δημοσίευση:
https://link.springer.com/article/10.1186/s13059-026-03968-5
Tracing Genetic Connections Across the Ancient Greek Colonial World
An interdisciplinary team of scientists from the Institute of Molecular Biology and Biotechnology (aDNA Lab IMBB) at the Foundation for Research and Technology – Hellas (FORTH), in collaboration with experts from multiple scientific fields, has shed new light on one of antiquity’s most captivating chapters: Ancient Greek colonization.
Their study on “Genetic affinities between the ancient Greek colony of Amvrakia and its metropolis”, published in the leading scientific journal Genome Biology, reveals how human mobility shaped the ancient Greek world beyond material culture.
During the early first millennium BCE, Corinth rose as a dominant maritime and commercial power, by establishing a wide network of colonies that connected southern Greece with Epirus and extended to as far as the eastern Adriatic coast. Among these settlements, Amvrakia—modern Arta in northwestern Greece—was founded in the second half of the 7th century BCE and quickly became one of Corinth’s most prominent colonies. Ancient sources describe Amvrakia as maintaining particularly close political, economic, and cultural ties with its metropolis. Yet while archaeology and history have long documented these connections, the biological relationships between the settlers and local populations remained largely unexplored.
Ancient Greek colonization was not a simple process of expansion, but one of negotiation, integration, and adaptation. To uncover its human dimension, the researchers turned to ancient DNA (aDNA) recovered from human remains and applied state-of-the-art population genomics methods to reconstruct the genetic history of Amvrakia across the centuries. Their goal was to understand how the colony foundation mechanisms worked, how local populations contributed to its formation, and how its people changed—or remained connected—over time.
The results reveal a highly interesting genetic landscape. During its foundation in the Archaic period, Amvrakia appears to have been shaped by genetic influences from a single source. This source migrated from the Corinthian territory, represented by the Archaic Tenea population. Interestingly, the local population represented by the Late Bronze Age (1350-1200 BCE) Ammotopos -excavation site-, located in close proximity to Amvrakia, was not inferred as a potential source. During the subsequent Classical (479-323 BCE) and Hellenistic (323-31 BCE) periods, the population of Amvrakia appears to have only slightly differentiated at the genetic level supporting the scenario of local genetic continuity over time.
Strikingly, the strongest genetic ties between Amvrakia and Corinth appear during the colony’s foundation, when migration from the metropolis played a major role. Over time, however, the direct genetic influence of Corinth gradually diminished, despite the fact that a Corinthian genetic footprint remained present, well into the Hellenistic era. Excavations of Amvrakia’s cemeteries further enrich this story, uncovering intimate familial connections across neighboring graves, offering rare glimpses into the social bonds that linked individuals across space and generations.
Together, these findings transform our understanding of Greek colonization. Rather than being a simple territorial expansion by founding new colonies, the settlement of Amvrakia emerges as a shared human endeavor, shaped by both movement and continuity. Corinthian settlers not only imported their cultural traditions, but also their genes, to create a lasting community. This study reveals a shared voyage of genes and culture, illuminating the deeply human narrative that characterizes one of the ancient Mediterranean’s most powerful colonial networks.
The Project “APOIKIA” was Funded by the Operational Programme Competitiveness Entrepreneurship Innovation, ESPA 2014 – 2020, Co-financed by Greece and the European Union.
Link to the publication: https://link.springer.com/article/10.1186/s13059-026-03968-5