Με ιδανικά ή με δανεικά;
Ένα λαό που κοιτά σαν βάρβαρος τον ήλιο και ξεπουλά τα ιερά και τα όσια του Γένους αντί πινακίου φακής, στο παζάρι της Νέας Τάξης Πραγμάτων.

Του Πρωτ. Ευαγγέλου Παχυγιαννάκη

Από αρχαιοτάτων χρόνων οι Έλληνες δεν διακρίθηκαν για τον οικονομικό πλούτο τους. Χώρα θαλασσινή η Ελλάδα μπορεί να διέπρεψε στη ναυτιλία και στο εμπόριο, αλλά ως εκεί. Ουδέποτε θεοποίησαν οι Έλληνες τον πλούτο και η λιτότητα, η εγκράτεια, η σπαρτιατική πειθαρχία και το «μέτρον» υπήρξαν πάντοτε κανόνας ζωής. Ακόμη και τα ολονύχτια συμπόσιά τους, στα οποία δοκιμάζονταν η φιλοσοφική σκέψη, και αύξανε η πνευματική παραγωγή, ήταν λιτά και γίνονταν με «κεκραμένον» τον οίνον.

Κυριότερο χαρακτηριστικό των Ελλήνων υπήρξε ο πνευματικός πλουτισμός, η καλλιέργεια του πνεύματος, η Παιδεία- τα Γράμματα και οι Τέχνες. Η συγκομιδή του  πλούτου της κλασικής αρχαιότητος υπήρξε τόσο πλούσια και ισχυρή, ώστε να εμπνέει, να τροφοδοτεί και να φωτίζει την ανθρωπότητα πλέον των δυόμισι χιλιάδων ετών. Αυτό το πνεύμα του Έλληνος, το πλούσιο σε στοχασμό, ερευνητικό, δημιουργικό και ανυπότακτο, έκαμε τον Γερμανό φιλόσοφο Nietzsche στο βιβλίου του «Γέννηση της Τραγωδίας» να γράψει με συγκίνηση: «Απ’ όλες τις ανθρώπινες φυλές, η τελειότερη, η ωραιότερη, η πιο δικαιολογημένα αξιοζήλευτη, η γοητευτικότερη, εκείνη που σε συνεπαίρνει περισσότερο προς τη ζωή είναι οι Έλληνες. Παρόμοιοι με τον ηνίοχο που οδηγεί το άρμα, αυτοί κρατούν στα χέρια τους χαλινούς της τέχνης μας…Αλήθεια, πόσο πρέπει να υπόφερε αυτός ο λαός για να μπορέσει να γίνει τόσο ωραίος!»    

Το ίδιο και ο Άγγλος λυρικός ποιητής Selley , στην τραγωδία του «Ελλάς», θα πει: «Είμαστε όλοι Έλληνες: οι τέχνες μας, οι νόμοι μας, η λογοτεχνία μας, έχουν τις ρίζες τους στην Ελλάδα», σε άμεση συστοιχία με τον δικό μας ποιητή Διονύσιο Σολωμό, που γεμάτος ευαισθησία μέσα από τη βιωματική του εμπειρία μας φωνάζει: «Κλείστε μέσα στην ψυχή σας την Ελλάδα και θα νοιώσετε κάθε είδους μεγαλείο»! «Το μεγαλείο και την περηφάνια που γεννάει όχι η πατραγαθία αλλά η συνείδηση πως το ελάχιστο εμβαδόν της ελληνικής γης, αποτελεί τη βάση που στηρίχθηκε η σφαίρα του παγκοσμίου πνεύματος», θα προσθέσει ο δοκιμιογράφος Ιάσων Ευαγγελάτος, για να σχολιάσει: «Σήμερα μπορεί εμείς οι Έλληνες να μη συμμετέχουμε αξιόλογα στην οικοδόμηση του πνευματικού πολιτισμού της Ευρώπης, μα το οικόπεδο όπου χτίζεται είναι δικό μας. Και, φυσικά, οι οικοπεδούχοι είναι προνομιούχοι. Γι’ αυτό ο Έλληνας που αγκαλιάζει με αγάπη την προγονική του κληρονομιά, δεν γυρίζει πίσω, γυρίζει μπροστά. Αν ο κάθε άνθρωπος έχει καθήκον να φροντίζει την πνευματική του ανανέωση, χρέος του Έλληνα είναι να μεριμνά για την  πνευματική του αναπαλαίωση».

Αν πάρει κανείς αυτά και μόνο τα ελάχιστα σταχυολογήματα και τα συγκρίνει με τη σύγχρονη πραγματικότητα, το μόνο βέβαιο είναι να βυθιστεί σε μελαγχολικές σκέψεις. Η γνώμη του τραγικού φιλοσόφου για τους Έλληνες, «πόσο πρέπει να υπόφερε αυτός ο λαός για να μπορέσει να γίνει τόσο ωραίος», τον προσγειώνει ανώμαλα. Γιατί βλέπει ένα λαό που έπαψε πιά να είναι ωραίος. Όπου και να κοιτάξεις συναντάς την ασχήμια του: στην Παιδεία, στην Πολιτεία, στην Οικογένεια, στην Κοινωνία. Η ασχήμια τον πληγώνει, γιατί έπαψε να πονάει ή, αλλιώς, συνήθισε να γλεντά με δανεικά, όπως πικρόχολα σχολίασε τη σύγχρονη οικονομική κρίση της Ελλάδος η πατριώτισσα του Nietzsche Υπουργός των οικονομικών.

Ο πόνος και ο καημός για δημιουργία έχουν διωχθεί από τη ζωή του νεοέλληνα, που, βυθισμένος όλο και πιο πολύ σε ευτελείς και ιδιοτελείς σκοπιμότητες, χάνει την όψη και τη λάμψη της ομορφιάς. Βλέπεις ένα λαό που συνεχώς αρνείται την ταυτότητά του, ξεχνά τους  προγόνους και τη θρησκεία του, αλλοιώνει τη Ιστορία του, και απεμπολεί τις αξίες της οικογενειακής εστίας και της παραδοσιακής αγωγής. Ένα λαό που κοιτά σαν βάρβαρος τον ήλιο και ξεπουλά τα ιερά και τα όσια του Γένους αντί πινακίου φακής, στο παζάρι της Νέας Τάξης Πραγμάτων.

Βέβαια, παρά τις δυσκολίες πρέπει να αντισταθούμε ως Έλληνες και να κρατήσουμε τα Ιδανικά μας, την Περηφάνεια, το Φιλότιμο, την Αξιοπρέπεια και, προπαντός την Ελπίδα. Και αυτό γίνεται μόνο μέσα από την Ενότητα όλων μας. Να θυμηθούμε εδώ τον Ηρόδοτο και τον Θουκυδίδη, οι οποίοι μας δίδαξαν ότι«οι Έλληνες έμαθαν μέσα από τα ερείπια των αρχαίων ακροπόλεων, να είναι μετριόφρονες στην περηφάνια τους και περήφανοι για τη μετριοφροσύνη τους».

«Η Ελλάδα μπορεί να ζήσει χωρίς δανεικά. Δεν μπορεί́ να ζει χωρίς ιδανικά́. Ας ξαναδώσουμε στα παιδιά μας την πίστη στον Θεό, την φιλοπατρία, την τεκμηριωμένη πεποίθηση για την διαχρονική́ πορεία του ελληνισμού και θα δούμε την νέα γενιά να δημιουργεί και να αναδημιουργεί́ μια καινούργια Ελλάδα. Μια Ελλάδα δημοκρατική́, μαχητική́, ταγμένη να πρωτοπορεί́ πολιτιστικά́ και οικονομικά́. Είμαι αισιόδοξος γιατί είμαι Έλληνας.

Αν θέλουμε και σήμερα να αγωνιστούμε για να ξεφύγουμε από την απαισιοδοξία και να βρούμε ερείσματα για μια ανόρθωση του Έθνους, μετά από την κρίση,ας μελετήσουμε προσεκτικά τα διδάγματα της περιόδου 1893-1912. Σήμερα η εθνική αναγέννηση δεν θα έχει πολεμική μορφή όπως τότε. Θα έχει ειρηνικό περιεχόμενο, πολιτιστικό, ηθικό και κοινωνικό. Αλλά θα βασίζεται και πάλι σε αξίες και ιδανικά». Αυτά τα λόγια ανήκουν στον Στρατηγό Κωνσταντίνο Ζιαζιά, πρώην Α/ΓΕΣ.

Βεβαίως, θυμόμαστε πότε – πότε, πως κάποτε είχαμε τα πρωτεία του πνεύματος τα έχομε όμως κλειδώσει στην αποθήκη της απαξίας και της λησμονιάς, όπως τη λεβεντιά, την αξιοπρέπεια, τον αυτοσεβασμό και το φιλότιμο, αρετές που ομορφαίνουν και πλουτίζουν τα πρόσωπα, το πνεύμα και τις καρδιές των ανθρώπων και, όμως, προτιμάμε να ζούμε σκυθρωποί και ταπεινωμένοι όχι με ιδανικά, αλλά με δανεικά!

Ο αείμνηστος Χρήστος Γιανναράς είχε γράψει στην «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ» ένα χρόνο πριν φύγει για την άλλη ζωή: «Η σημερινή Ελλάδα είναι ένα καλαμπούρι. Δεν είναι ούτε Ευρώπη, ούτε Αρχαία Ελλάδα, αλλά μια τρίτη υποανάπτυκτη κατάσταση, όπου επιμένουμε να έχουν προτεραιότητα η κατανάλωση, τα λεφτά που βγάζουμε, το πώς θα μιμηθούμε, πώς θα αντιγράψουμε. Δεν βλέπετε τώρα αυτή η καταστροφή που γίνεται στις μέρες μας; Όλη αυτή η περιοχή της Αττικής, το Φάληρο, η Γλυφάδα, η παραθαλάσσια Αττική, αυτός ο παράδεισος των θεών. Και το κάνουν τώρα μπίζνες. Και θα χτίσουν πολυώροφους ουρανοξύστες». (Πρβλ. και τη δική μας περιοχή του μεραμπελιώτικου κόλπου από τα Χαβάνια ως την περιοχή της Ελούντας).   

«Κι όλο αυτό το θεωρούμε πρόοδο, ενώ είναι ο αφανισμός μας. Γιατί εδώ δεν θα μείνει ούτε πεντάρα. Όλο αυτό θα παραδοθεί στο διεθνές κεφάλαιο. Είναι τραγική η κατάστασή μας και δεν θέλουμε να το παραδεχθούμε. Βλέπετε, τα κόμματα είναι αντιγραφή των κομμάτων της Δύσης. Καπιταλισμός, σοσιαλισμός, με βάση τη ρύθμιση της διαχείρισης του χρήματος. Αυτά δεν έχουν καμία σχέση με Ελλάδα και ελληνική παράδοση. Ακόμα και στην Τουρκοκρατία επιβίωνε ο Ελληνισμός.

Έλεγε ο Σβορώνος, ο μακαρίτης, ο οποίος ήταν αριστερός αλλά τίμιος αριστερός: υποκείμενο φορολογικής υποχρέωσης τέσσερις αιώνες κάτω από την Τουρκοκρατία δεν ήταν το άτομο· ήταν η κοινότητα. Η διαφορά είναι κολοσσιαία. Δεν ήσασταν εσείς, ο κύριος τάδε, κι εγώ, ο κύριος δείνα, αλλά ήταν η κοινότητα. Που σημαίνει ότι το τί θα πληρώναμε φόρο το συνεννοούμασταν στη συνέλευση της κοινότητας. Εσείς είχατε περισσότερο σιτάρι, εγώ είχα λίγο, θα πληρώνατε φέτος περισσότερο φόρο, εγώ λιγότερο φόρο. Αυτό που προείχε ήταν η σχέση. Γι’ αυτό λέω ότι η Ελλάδα έχει μεθοδικά καταστραφεί».  Όσο κι αν φαίνεται πικρή η αλήθεια, η αλήθεια είναι αλήθεια. Μακάρι να το νιώσομε αυτό‧ να καταλάβομε πως ο πραγματικός μας πλούτος είναι τα ιδανικά, που, δυστυχώς απεμπολήσαμε στους νέους αποικιοκράτες «αντί πινακίου φακής».

“Ποτέ μην πάρεις δανεικά φτερά για να πετάξεις,
με τα δικά σου να πετάς κι όπου μπορείς να φτάξεις”. 

Facebook Comments

Από giorgos

104fm.gr